Ἁλούσης γὰρ πόλεως ἢ χώρας, εἰ δή τινες εἶεν παρ᾽ αὐτοῖς περίχρυσοί τε καὶ περιάργυροι θεοὶ, πρῶτοι τῶν ἄλλων ἁπάντων παρὰ τῶν ᾑρηκότων λαμβάνονται, οἷς ἦν εἰκὸς, εἴπερ τινὲς ἦσαν θεοὶ, καὶ τοῖς ἰδίοις ἐπαμύναι προσκυνηταῖς, καὶ ἀμείνους αὐτοὺς ἀποφῆναι τῆς τῶν πολεμίων χειρός. Τί τοίνυν ὠφελεῖ γλυπτὸν, ὅτι ἔγλυψαν αὐτὸ κατὰ τὸν τοῦ προφήτου λόγον, ἔπλασαν αὐτὸ χώνευμα φαντασίαν ψευδῆ, οἳ μήτε σφίσιν αὐτοῖς, μήτε μὴν ἑτέροις ἐπαμύνειν εἰσὶν οἷοί τε; Πῶς γὰρ ἂν γένοιτό τι τοιοῦτον παρά γε ξύλου, καὶ λίθου; <Ἀκούσατέ μου, οἶκος τοῦ Ἰακὼβ, καὶ τὸ κατάλοιπον τοῦ Ἰσραὴλ, οἱ αἰρόμενοι ἐκ κοιλίας, καὶ παιδευόμενοι ἐκ παιδίου ἕως γήρως. Ἐγώ εἰμι, ἕως ἂν καταγηράσητε. Ἐγώ εἰμι. Ἐγὼ ἀνέχομαι ὑμῶν. Ἐγὼ ἐποίησα, καὶ ἐγὼ ἀνήσω· ἐγὼ ἀναλήψομαι, καὶ σώσω ὑμᾶς.> Εὐτεχνέστατα πάλιν ὁ λόγος ἔχει, καὶ πρόεισιν ἐν κόσμῳ τῷ δέοντι, καὶ οἰκονομικῶς. Ἐπειδὴ γὰρ πολέμου μνήμην ἐποιήσατο, καθ᾽ ὃν συμβέβηκε πληθὺν ἀμέτρητον ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ἀποθανεῖν, καὶ ὀλιγανδρῆσαι σφόδρα τῶν Ἰουδαίων τὴν χώραν, ταύτῃ τοι φησὶν ὡς πρὸς οἶκον ἕνα, ὡς πρὸς κατάλειμμα, καὶ βαρβαρικῆς ὠμότητος λείψανον· Ἀκούσατέ μου, ὁ οἶκος τοῦ Ἰακὼβ, καὶ πᾶν τὸ κατάλοιπον τοῦ Ἰσραήλ. Ὤνησε δ᾽ ἂν οὐ μετρίως τοὺς ἀκροωμένους ὁ λόγος, εἴπερ τινὲς ἦσαν ἀγχίνοι, καὶ τῶν χρησίμων ἐξετασταί.
Μετάφραση
Διότι, όταν αλωθεί μια πόλη ή χώρα, εάν βέβαια υπάρχουν σε αυτούς θεοί επίχρυσοι και επάργυροι, αυτοί λαμβάνονται πρώτοι από όλους τους άλλους από εκείνους που τους κυρίευσαν, ενώ θα ήταν φυσικό για αυτούς, εάν βεβαίως ήσαν πραγματικοί θεοί, να προστατεύσουν τους ίδιους τους προσκυνητές τους και να τους αναδείξουν ανώτερους από το χέρι των εχθρών. Τι ωφελεί λοιπόν το γλυπτό, επειδή το σκάλισαν, σύμφωνα με τον λόγο του προφήτη, και το έπλασαν ως χωνευτό είδωλο, μια ψεύτικη φαντασία, αφού δεν μπορούν να βοηθήσουν ούτε τους εαυτούς τους ούτε βεβαίως τους άλλους; Πώς γάρ θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο από ξύλο και πέτρα; «Ακούστε με, οίκος του Ιακώβ, και το κατάλοιπο του Ισραήλ, εσείς που βαστάζεστε από την κοιλιά, και ανατρέφεστε από την παιδική ηλικία έως τα γηρατειά. Εγώ είμαι, μέχρι να γεράσετε. Εγώ είμαι. Εγώ σας ανέχομαι. Εγώ σας δημιούργησα, και εγώ θα σας απαλλάξω· εγώ θα σας αναλάβω και θα σας σώσω.» Με μεγάλη τέχνη και πάλι διατυπώνεται ο λόγος, και προχωρά με την πρέπουσα τάξη και με θεία οικονομία. Διότι, επειδή έκανε μνεία για πόλεμο, κατά τον οποίο συνέβη να πεθάνει αμέτρητο πλήθος ανδρών και γυναικών και να λειψανδρήσει σφόδρα η χώρα των Ιουδαίων, για τον λόγο αυτό απευθύνεται σαν σε έναν οίκο, σαν σε ένα κατάλειμμα και λείψανο της βαρβαρικής ωμότητας: «Ακούστε με, οίκος του Ιακώβ, και όλο το κατάλοιπο του Ισραήλ.» Και ο λόγος αυτός θα ωφελούσε σε μεγάλο βαθμό τους ακροατές, εάν βεβαίως ορισμένοι ήταν οξυδερκείς και ερευνητές των ωφέλιμων πραγμάτων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες