εἰ δὲ δὴ βούλοιτό τις πεδία νοεῖν τοὺς ταπεινοὺς τὴν καρδίαν οἳ καὶ “γῆ θελητὴ” χρηματίζουσι καὶ “Θεοῦ γεώργιον,” ἅτε δὴ τὸν ἄνωθεν καὶ ἐξ οὐρανοῦ δεχόμενοι σπόρον, καὶ ποιοῦντες καρπὸν, οἱ μὲν ἑκατὸν, οἱ δὲ ἑξήκοντα, οἱ δὲ τριάκοντα, νοήσει πάλιν ὀρθῶς. ἔξεισι γὰρ ὥσπερ εἰς τὰ τοιαῦτα πεδία γεωργήσων ὁ Υἱὸς, κατ᾽ ἐκεῖνό που πάντως τὸ παρ᾽ αὐτοῦ λεγόμενον ὡς ἐν εἴδει παραβολῆς “Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν ”σπόρον αὐτοῦ.” ψάλλει δέ που καὶ ὁ Δαυείδ “Καὶ τὰ ”πεδία σου πλησθήσονται πιότητος·” προσετίθει δὲ ὅτι “Καὶ αἱ κοιλάδες πληθυνοῦσι σῖτον.” ὅτι δὲ νοηταὶ πάλιν καὶ αἱ κοιλάδες ἐφῆκε νοεῖν προσεπενεγκὼν εὐθύς “Κεκρά- ”ξονται, καὶ γὰρ ὑμνήσουσιν.” οὐ γὰρ τῶν ἀναισθήτων κοιλάδων τὸ ὑμνεῖν ἐστιν, ἤτοι διακεκραγέναι, ἀλλὰ τῶν νοητῶν· τούτοις δ᾽ ἂν δρόσου δίκην ὁ θεῖός τε καὶ ἄνωθεν ἐνιζήσειε λόγος. <Ἔστη, καὶ ἐσαλεύθη ἡ γῆ.> Τὸ ἔστη πλειστάκις νοηθείη ἂν παρά γε τῇ θεοπνεύστῳ γραφῇ καὶ ὡς ἐπί τινος πράγματος εἰς πέρας ἐκβεβηκότος. οἷον ὡς εἴτις λέγοι τυχόν Ἔστη τόδε τὸ πρᾶγμα, ἤγουν ὁ τοῦδε λόγος, τουτέστιν, ὡρίσθη καὶ πέπρακται. οὕτω καὶ ἡ Σεπφώρα τὸ Μωυσέως τῇ ψήφῳ περιτεμοῦσα παιδίον, πρὸς τὸν ἄγγελον ἔφασκε τὸν ὀλοθρευτήν “Ἔστη τὸ αἷμα ”τῆς περιτομῆς τοῦ παιδίου μου.”
Μετάφραση
Αν όμως κάποιος θα ήθελε να εννοήσει ως πεδιάδες τους ταπεινούς στην καρδιά, οι οποίοι ονομάζονται «γη θελητή» και «γεώργιο του Θεού», επειδή ακριβώς δέχονται τον άνωθεν και εξ ουρανού σπόρο, και κάνουν καρπό, άλλοι εκατό, άλλοι εξήντα και άλλοι τριάντα, θα το εννοήσει πάλι ορθά. Διότι ο Υιός εξέρχεται, σαν να λέμε, σε τέτοιες πεδιάδες για να τις καλλιεργήσει, σύμφωνα οπωσδήποτε με εκείνο που λέχθηκε από τον ίδιο υπό μορφή παραβολής: «Εξήλθε ο σπείρων για να σπείρει τον σπόρο του». Ψάλλει δε κάπου και ο Δαβίδ: «Και τα πεδία σου θα γεμίσουν από ευφορία»· και προσέθετε ότι «Και οι κοιλάδες θα πληθύνουν τον σίτο». Ότι δε και οι κοιλάδες είναι νοητές, άφησε να εννοηθεί προσθέτοντας αμέσως: «Θα κραυγάσουν, και μάλιστα θα υμνήσουν». Διότι το να υμνούν, δηλαδή το να κραυγάζουν δυνατά, δεν είναι γνώρισμα των άψυχων κοιλάδων, αλλά των νοητών· σε αυτές, λοιπόν, σαν δροσιά, θα μπορούσε να επικάθεται ο θείος και άνωθεν λόγος. <Στάθηκε, και σαλεύτηκε η γη.> Το «στάθηκε» θα μπορούσε πολλές φορές να εννοηθεί στη θεόπνευστη Γραφή και για κάποιο πράγμα που έχει φτάσει στην ολοκλήρωσή του. Όπως εάν κάποιος έλεγε τυχόν: Στάθηκε αυτό το πράγμα, ή ο λόγος αυτού, δηλαδή, ορίστηκε και έχει πραγματοποιηθεί. Έτσι και η Σεπφώρα, αφού περιέτεμε το παιδί του Μωυσή με αιχμηρό λίθο, έλεγε προς τον ολοθρευτή άγγελο: «Στάθηκε το αίμα της περιτομής του παιδιού μου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες