Πάνδεινον οὖν ἀληθῶς, καὶ ἀπροφάσιστον ἔχον τὴν ἁμαρτίαν, εἰ ἐν δευτέροις ποιοίμεθα τὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρωπίνων ὕστερα. <Καὶ νῦν τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ Τάξατε δὴ τὰς καρδίας ὑμῶν εἰς τὰς ὁδοὺς ὑμῶν. ἐσπείρατε πολλὰ καὶ εἰσηνέγκατε ὀλίγα· ἐφάγετε καὶ οὐκ εἰς πλησμονήν· ἐπίετε καὶ οὐκ εἰς μέθην· περιεβάλεσθε καὶ οὐκ ἐθερμάνθητε ἐν αὐτοῖς· καὶ ὁ τοὺς μισθοὺς συνάγων συνήγαγεν εἰς δεσμὸν τετρυπημένον.> Ἠφειδηκότες, ὡς ἔφην, τῶν προὐργιαιτέρων οἱ ἐξ Ἰσραὴλ, καὶ τῶν εἰς δόξαν Θεοῦ κατημεληκότες, ἐτράποντο μὲν εἰς φροντίδας τὰς ἐπί γε σφίσιν αὐτοῖς, οἴκους ἀνιστάντες πολυτελῶς κατεσκευασμένους· εἶτα λέγοντες ἀμαθῶς “Οὐχ ἥκει ”ὁ καιρὸς τοῦ οἰκοδομῆσαι τὸν οἶκον Κυρίου.” ἐπειδὴ γὰρ ἦν ἀναγκαῖον προσάγειν αὐτοὺς τὰ εἰς τὴν τοῦ θείου ναοῦ κατασκευὴν, εἶτα τοῦτο δρᾶν οὐκ ἤθελον, ταύτῃτοι χρημάτων ἔνδειαν προϊσχόμενοι, χρῆναι μὲν ἔφασκον προσυναγείρειν αὐτοὺς, καὶ οἱονεὶ προαποτρίβεσθαι τὴν πτωχείαν, γηπονοῦντας τέως, ἤγουν ἐμπορευομένους, ἢ θρεμμάτων ἀγέλας συναγηγερκότας, ἤγουν ἕτερόν τι τῶν τοιούτων ἐπιτηδεύοντας. ἀλλ᾽ ἦν ἄμεινον ἐπιθαρσῆσαι Θεῷ, τῷ καὶ ἐξ ἀμηχάνων εὑρίσκοντι μηχανὰς, καὶ πλουτίζειν ἰσχύοντι καὶ γηπονοῦντας εὐλογεῖν, καὶ τὰς τῶν ὁσίων πορισμῶν ἀνευρεύνοντα τρίβους.
Μετάφραση
Είναι λοιπόν αληθινά φοβερό, και συνιστά αναπολόγητη αμαρτία, το να θέτουμε σε δεύτερη μοίρα τα έργα του Θεού και ύστερα από τα ανθρώπινα. <Και τώρα αυτά λέγει ο Κύριος παντοκράτωρ: Προσηλώστε τις καρδιές σας στους δρόμους σας. Σπείρατε πολλά και συγκεντρώσατε λίγα· φάγατε και δεν χορτάσατε· ήπιατε και δεν ξεδιψάσατε· ντυθήκατε και δεν ζεσταθήκατε με αυτά· και αυτός που συγκεντρώνει τους μισθούς, τους συγκέντρωσε σε τρύπιο βαλάντιο.> Αδιαφορώντας, όπως είπα, οι Ισραηλίτες για τα σπουδαιότερα και παραμελώντας εκείνα που συντελούν στη δόξα του Θεού, στράφηκαν σε μέριμνες για τους εαυτούς τους, ανεγείροντας πολυτελώς κατασκευασμένα σπίτια· έπειτα έλεγαν από αμάθεια: «Δεν έφτασε ο καιρός για να οικοδομηθεί ο οίκος του Κυρίου.» Επειδή δηλαδή ήταν αναγκαίο να προσφέρουν αυτοί τα απαιτούμενα για την κατασκευή του θείου ναού, έπειτα δεν ήθελαν να το πράξουν αυτό, προφασιζόμενοι γι' αυτόν τον λόγο έλλειψη χρημάτων, έλεγαν ότι έπρεπε πρώτα να συγκεντρώσουν πόρους και, τρόπον τινά, να αποτινάξουν προηγουμένως τη φτώχεια, καλλιεργώντας εντωμεταξύ τη γη ή εμπορευόμενοι ή συγκεντρώνοντας κοπάδια ζώων, ή ασχολούμενοι με κάτι άλλο παρόμοιο. Αλλά θα ήταν καλύτερο να είχαν εμπιστευτεί τον Θεό, ο οποίος βρίσκει λύσεις στα αδιέξοδα και έχει τη δύναμη να πλουτίζει και να ευλογεί αυτούς που καλλιεργούν τη γη, και ο οποίος ανακαλύπτει τους δρόμους των θεάρεστων πόρων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες