Ἐπὰν δὲ αὐτοὺς εἰς τὸν ἔσω ἄνθρωπον καὶ εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων τὰ ἐνδότερα τοῦ καταπετάσματος τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ εἰς τὸν ἄφθαρτον καὶ ἅγιον καὶ ἀχειροποίητον καὶ ἀκατάλυτον ναὸν τῆς ψυχῆς αὐτοῦ εἰς τὸν κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν αὐτοῦ τοῦ λόγου εἰσαγάγωμεν, ἔνθα τὸ νοερὸν καὶ θεῖον θυσιαστήριον, ἔνθα ὡς ἀληθῶς τὸ θεῖον πῦρ τῆς θεότητος ἀστράπτει καὶ ἀναπαύεται, ἔνθα ἡ τοῦ πνεύματος ἐπισκιάζει χάρις, ἔνθα τὸ θεῖον ἐκεῖνο τοῦ λόγου ἐμφύσημα εἰσέτι καὶ νῦν ἐμπνεῖ καὶ ἐνεργεῖ τὴν ἐξ αὐτοῦ προελθοῦσαν καὶ γεννηθεῖσαν νοερὰν ψυχήν, ἐν ᾖ οὐδὲν φθαρτόν, οὐδὲν θνητόν, οὐδὲν ῥευστόν, οὐδὲν δυσῶδες, οὐδὲν θεοῦ ξένον ἢ ἀνάξιον, οὐδὲν τῆς ἁμαρτίας λείψανον ἢ μνημόσυνον ὧν τὸ σῶμα κέκτηται, ἀλλὰ πάντα τὰ τοῦ ἐντὸς ἀνθρώπου ἁγνά, πάντα τὰ οὐσιώδη τῆς νοερᾶς ψυχῆς οὐράνια μιμήματα, πάντα τὰ ταύτης θεόφυτα, πάντα θείας φύσεως ὁμοιώματα, πάντα τὰ αὐτῆς θεοῦ εἰσιν ἐξεικονίσματα, θεοῦ βλαστήματα καὶ ποιήματα, θεοῦ μιμήματα καὶ ὑπομνήματα—οὐ γὰρ γέγονεν ἐν οὐρανῷ ἢ ἐπὶ γῆς ἑτέρα φύσις δι’ οὐσιώδους ἐμφυσήματος ἐκ ψυχῆς καὶ καρδίας θεοῦ προελθόντος καὶ μεταδοθέντος, εἰ μὴ ἡ μόνη λογικὴ ψυχὴ ἡμῶν καὶ τὰ ταύτης ἰδιώματα—, καὶ ἐπὰν ταύτην καὶ τὴν ταύτης θεογενῆ καὶ θεόκτιστον καὶ θεό<σ>δοτον καὶ θεόμοιον δεσποτικὴν θέλησίν τε καὶ ἐνέργειαν ἐπὶ Χριστοῦ ὀνομάσωμεν, εὐθέως οἱ θεομάχοι καὶ τῆς εἰκόνος τοῦ θεοῦ ἐχθροὶ καὶ πολέμιοι ἀγανακτῶσιν, βλασφημοῦσιν, ἐνυβρίζουσι, πονηρὸν τὸ θεό<σ>δοτον θέλημα καὶ τὴν θεόμοιον νοερὰν ἐνέργειαν ἡμῶν ὀνομάζοντες, καὶ φάσκοντες ὅτι τὸ θεῖον τοῦ λόγου θέλημα κατήργησε τὸ οὐσιῶδες τῆς ψυχῆς αὐτοῦ θέλημα καὶ ἡ θεία αὐτοῦ ἐνέργεια ἐξ αὐτῆς ἄκρας ἑνώσεως ἠφάνισε καὶ ἠκύρωσε μετὰ τοῦ θελήματος καὶ τὴν ζω<τικὴν> τῆς ψυχῆς ἐνέργειαν.
Μετάφραση
Αν όμως τους εισαγάγουμε στον έσω άνθρωπο και στα άγια των αγίων, στα εσώτερα του καταπετάσματος της σάρκας του, και στον άφθαρτο και άγιο και αχειροποίητο και ακατάλυτο ναό της ψυχής του, στον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν αυτού του ίδιου του Λόγου, όπου βρίσκεται το νοερό και θείο θυσιαστήριο, όπου αληθινά αστράπτει και αναπαύεται το θείο πυρ της θεότητος, όπου επισκιάζει η χάρη του Πνεύματος, όπου εκείνο το θείο εμφύσημα του Λόγου ακόμη και τώρα εμπνέει και ενεργεί τη νοερή ψυχή που προήλθε και γεννήθηκε από αυτόν· μέσα στην οποία δεν υπάρχει τίποτε φθαρτό, τίποτε θνητό, τίποτε ρευστό, τίποτε δύσοσμο, τίποτε ξένο προς τον Θεό ή ανάξιο, κανένα κατάλοιπο ή μνημόσυνο της αμαρτίας από όσα έχει το σώμα, αλλά όλα όσα ανήκουν στον έσω άνθρωπο είναι αγνά, όλα τα ουσιώδη της νοερής ψυχής είναι ουράνια μιμήματα, όλα όσα ανήκουν σ’ αυτήν είναι θεόφυτα, όλα είναι ομοιώματα θείας φύσεως, όλα της είναι απεικονίσματα του Θεού, βλαστήματα και ποιήματα του Θεού, μιμήματα και υπομνήματα του Θεού —διότι δεν έγινε ούτε στον ουρανό ούτε στη γη άλλη φύση από ουσιώδες εμφύσημα που προήλθε και μεταδόθηκε από την ψυχή και την καρδιά του Θεού, παρά μόνον η δική μας λογική ψυχή και τα ιδιώματά της—, και αν αυτήν και τη θεογενή και θεόκτιστη και θεόδοτη και θεόμορφη δεσποτική θέληση και ενέργειά της την ονομάσουμε για τον Χριστό, αμέσως οι θεομάχοι και οι εχθροί και πολέμιοι της εικόνας του Θεού αγανακτούν, βλασφημούν, υβρίζουν, ονομάζοντας πονηρό το θεόδοτο θέλημά μας και τη θεόμορφη νοερή ενέργειά μας, και λέγοντας ότι το θείο θέλημα του Λόγου κατάργησε το ουσιώδες θέλημα της ψυχής του, και ότι η θεία του ενέργεια, εξαιτίας αυτής της άκρας ενώσεως, εξαφάνισε και ακύρωσε, μαζί με το θέλημα, και τη ζωτική ενέργεια της ψυχής.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Κεφάλαιον δι’ οὖ ἐλέγχονται οἱ δι’ ἐναντίας μίαν ἁπλῆν φύσιν ὁμολογοῦντες ἐν Χριστῷ ὡς οἱ Μάνεντος νόμοι.}