Καὶ ἐπείπερ ἡμῖν ἡ διαφανὴς καὶ εὐσημοτάτη πάλιν ἀνέλαμψεν ἑορτὴ, τοὺς ὑπὲρ τῆς εὐκοσμίας ἀγῶνας, καθάπερ τι τῶν ὡρίμων ἑαυτῇ συνεισάγουσα, δότε δὴ, δότε τὰς τῶν ἁγίων ἰχνηλατοῦντι φωνὰς, καθάπερ ἐξ ἱερᾶς ἡμῖν ἀναφωνῆσαι σάλπιγγος· «Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ.» Τὸ γὰρ οἶμαι ζῇν ἐπείγεσθαι φιλοθέως, καὶ τοῖς ἐξ ἐπιεικείας αὐχήμασι κατασεμνύνεσθαι φιλεῖν, ἔν γε τῷ παρόντι μάλιστα καιρῷ τὸ ἑτοιμάζειν ἐστὶ τὴν ὁδὸν Κυρίου, καὶ τὴν τοῖς ἑορτάζουσιν πρέπουσαν ἐξ ἀγαθοῦ συνειδότος εἰσδέχεσθαι θυμηδίαν. «Τοῖς μὲν γὰρ ἀσεβέσι οὐκ ἔστι χαίρειν, λέγει Κύριος.» Πῶς γὰρ ἂν ἢ πόθεν ἁρμόσαι τοῦτο αὐτοῖς, ἐπηρτημένην ἔχουσι τὴν ἐφ᾽ οἷς εὐθύνονται δίκην; Τό γε μὴν ἐν εὐπαθείαις εἶναι πνευματικαῖς, καὶ λιπαρωτάταις ἐλπίσι καταπιαίνεσθαι, πρέποι ἂν εἰκότως τοῖς ὅτι μάλιστα βεβιωκόσιν ὀρθῶς, καὶ ὥσπερ τινὰ κανόνα τῆς οἰκείας ζωῆς τὸν θεῖον ἀποφήνασι νόμον. Ὅθεν, ἅγιοι ἀδελφοὶ, κλήσεως οὐρανίου μέτοχοι, κατα[κ]ονῶμεν ἀλλήλους εἰς παροξυσμὸν ἀγάπης καὶ καλῶν ἔργων, κατὰ τὸ γεγραμμένον, διαμεμνημένοι τοῦ λέγοντος· «Σίδηρος σίδηρον ὀξύναι, ἀνὴρ δὲ παροξύνει πρόσωπον ἑταίρου.»
Μετάφραση
Και επειδή ανέτειλε πάλι για εμάς η λαμπρή και ενδοξότατη εορτή, φέρνοντας μαζί της ως κάτι το ώριμο τους αγώνες για την πνευματική ευταξία, επιτρέψτε μου, επιτρέψτε μου, καθώς ακολουθώ τα ίχνη των φωνών των αγίων, να αναφωνήσω προς εσάς σαν από ιερή σάλπιγγα: «Ετοιμάστε την οδό του Κυρίου, κάντε ευθείες τις ατραπούς του». Διότι, νομίζω, η προθυμία να ζει κανείς φιλόθεα και η επιθυμία του να σεμνύνεται με τα καυχήματα της επιείκειας, ιδιαίτερα στον παρόντα καιρό, αυτό σημαίνει να ετοιμάζει την οδό του Κυρίου και να δέχεται με αγαθή συνείδηση τη χαρά που ταιριάζει σε αυτούς που εορτάζουν. «Διότι για τους ασεβείς δεν υπάρχει χαρά, λέει ο Κύριος». Πώς δηλαδή και από πού θα μπορούσε να ταιριάζει αυτό σε αυτούς, όταν κρέμεται από πάνω τους η καταδίκη για όσα ευθύνονται; Το να βρίσκεται όμως κανείς σε πνευματικές χαρές και να τρέφεται με τις πιο πλούσιες ελπίδες, θα ταίριαζε φυσικά σε εκείνους που έχουν ζήσει με τον πιο ορθό τρόπο, και έχουν καταστήσει τον θείο νόμο ως τον απόλυτο κανόνα της δικής τους ζωής. Επομένως, άγιοι αδελφοί, μέτοχοι της ουράνιας κλήσης, ας παρακινούμε ο ένας τον άλλον σε παροξυσμό αγάπης και καλών έργων, σύμφωνα με το γεγραμμένο, ενθυμούμενοι εκείνον που λέει: «Ο σίδηρος ακονίζει τον σίδηρο, και ο άνθρωπος οξύνει το πρόσωπο του φίλου του».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες