Τρέχοντος τοίνυν τοῦ λόγου καὶ τῆς εὐσεβείας σπειρομένης, πανταχόθεν ἀνήπτοντο πυραὶ καὶ ἀπέχθειαι καὶ πόλεμοι, οὐχὶ τοῖς διδασκάλοις μόνον, ἀλλὰ καὶ τοῖς μαθητευομένοις. Ὁμοῦ γάρ τις ἐδέξατο τὸν λόγον, καὶ κοινὸς πολέμιος περιῄει πᾶσι, καὶ πατρίδος ἠλαύνετο, καὶ πρὸς τὴν ὑπερορίαν μετῳκίζετο, καὶ οὐσίας ἐξέπιπτε, καὶ περὶ τῆς ἐλευθερίας αὐτῆς, μᾶλλον δὲ περὶ αὐτοῦ τοῦ ζῇν ἐκινδύνευεν· καὶ οὐδὲν ἴσχυε τότε τῆς φύσεως ἡ τυραννὶς, ἀλλ᾽ ὅπερ ἔφθην εἰπὼν, καὶ παῖδες κατεφρονοῦντο, καὶ ἀδελφοὶ καὶ συγγενεῖς ἐν τάξει πολεμίων ἦσαν, καὶ μετὰ τῶν διδασκάλων οἱ μαθηταὶ τὰ ἀνήκεστα ἔπασχον. Καὶ ταῦτα αὐτὰ δηλῶν ὁ Παῦλος ἔλεγεν· Ἀναμιμνήσκεσθε γὰρ τὰς πρότερον ἡμέρας, ἐν αἷς φωτισθέντες πολλὴν ἄθλησιν ὑπεμείνατε παθημάτων, τοῦτο μὲν ὀνειδισμοῖς καὶ θλίψεσι θεατριζόμενοι, τοῦτο δὲ κοινωνοὶ τῶν οὕτως ἀναστρεφομένων γενηθέντες. Καὶ γὰρ τοῖς δεσμίοις συνεπαθήσατε, καὶ τὴν ἁρπαγὴν τῶν ὑπαρχόντων ὑμῶν μετὰ χαρᾶς προσεδέξασθε, γινώσκοντες ἔχειν ὑμᾶς κρείσσονα ὕπαρξιν ἐν οὐρανοῖς καὶ μένουσαν. Καὶ πάλιν Θεσσαλονικεῦσιν ἐπιστέλλων ἔλεγεν· Ὑμεῖς γὰρ μιμηταὶ ἐγενήθητε, ἀδελφοὶ, τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν οὐσῶν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ, ὅτι καὶ ὑμεῖς τὰ αὐτὰ ἐπάθετε ὑπὸ τῶν ἰδίων συμφυλετῶν, καθάπερ καὶ ἐκεῖνοι ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων, τῶν καὶ τὸν Κύριον ἀποκτεινάντων, καὶ ἡμᾶς ἐκδιωξάντων, καὶ πᾶσιν ἀνθρώποις ἐναντίων.
Μετάφραση
Καθώς, λοιπόν, διαδιδόταν ο λόγος και σπειρόταν η ευσέβεια, από παντού άναβαν πυρές και εκδηλώνονταν έχθρες και πόλεμοι, όχι μόνο εναντίον των διδασκάλων, αλλά και εναντίον των μαθητών. Διότι, μόλις κάποιος αποδεχόταν τον λόγο, περιφερόταν ως κοινός εχθρός όλων, και εκδιωκόταν από την πατρίδα του, και εξοριζόταν σε ξένα μέρη, και έχανε την περιουσία του, και αντιμετώπιζε κίνδυνο για την ίδια του την ελευθερία, ή μάλλον για την ίδια του τη ζωή· και δεν είχε τότε καμία ισχύ η δεσποτεία της φυσικής συγγένειας, αλλά, όπως προείπα, ακόμη και τα παιδιά περιφρονούνταν, και τα αδέλφια και οι συγγενείς λογίζονταν ως εχθροί, και μαζί με τους διδασκάλους οι μαθητές υπέφεραν τα πάνδεινα. Και φανερώνοντας αυτά ακριβώς ο Παύλος έλεγε: «Να θυμάστε τις παλαιότερες ημέρες, κατά τις οποίες, αφού φωτιστήκατε, υπομείνατε μεγάλο αγώνα παθημάτων, αφενός μεν διότι γίνατε θέαμα με ονειδισμούς και θλίψεις, αφετέρου δε διότι γίνατε συμμέτοχοι εκείνων που έζησαν υπό τέτοιες συνθήκες. Διότι και με τους δεσμίους συμπάσχατε, και την αρπαγή των υπαρχόντων σας τη δεχθήκατε με χαρά, γνωρίζοντας ότι έχετε για τον εαυτό σας στους ουρανούς μια περιουσία ανώτερη και μόνιμη». Και πάλι, απευθύνοντας επιστολή στους Θεσσαλονικείς, έλεγε: «Διότι εσείς, αδελφοί, γίνατε μιμητές των Εκκλησιών που βρίσκονται στην Ιουδαία, επειδή και εσείς πάθατε τα ίδια από τους δικούς σας ομοεθνείς, όπως ακριβώς και εκείνοι από τους Ιουδαίους, οι οποίοι και τον Κύριο σκότωσαν, και εμάς καταδίωξαν, και είναι αντίθετοι προς όλους τους ανθρώπους».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες