Ἀρχὴ δὲ πάλιν τῆς γυναικὸς ὁ ἀνὴρ, ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη· Χριστοῦ δὲ ἀρχὴ ὁ Θεὸς, ἐπείπερ ἐξ αὐτοῦ κατὰ φύσιν ἐστὶν ὁ Υἱὸς, καὶ ἀρχὴν ἄναρχον ἔχει τὸν γεννήσαντα μετὰ καὶ τοῦ συνυπάρχειν ἀϊδίως αὐτῷ. Τούτους τοὺς στίχους καὶ Παῦλος ἐν τῇ πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῇ, ἐκ προσώπου τοῦ Σωτῆρος εἰρῆσθαί φησιν. Εἰπὼν γὰρ ὅτι τὸ αἷμα τῶν ζώων ἀφελεῖν ἁμαρτίας οὐκ ἠδύνατο, ἐπάγει· «Διὸ εἰσερχόμενος ὁ Χριστὸς εἰς τὸν κόσμον, λέγει πρὸς τὸν Πατέρα, ὅτι Οὐδένα τρόπον προσφορᾶς ᾑρετίσω τῆς κατὰ νόμον, οὐ περὶ σωτηρίας, οὐ περὶ ἁμαρτίας, ἐμοὶ δὲ σῶμα κατηρτίσω· καὶ ἀφῖγμαι, φησὶν, ἤγουν, ἔφην, ἥκω, ἵνα τὸ σὸν ποιήσω θέλημα.» Εἶτα προστίθησιν· «Ἀναιρεῖ τὸ πρῶτον, ἵνα τὸ δεύτερον στήσῃ·» τουτέστιν ἐκβάλλει τὰς θυσίας, ἵνα κυρώσῃ τὴν ὑπ᾽ αὐτοῦ προσενεχθεῖσαν θυσίαν· ἀναβαίνει γὰρ εἰς ὀσμὴν εὐωδίας τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ διὰ τοῦ ἰδίου σώματος. <Καὶ τὸν νόμον σου ἐν μέσῳ τῆς καρδίας μου.> (A f. 220 b, B f. 146) Ἔχων δὲ τὸ σὸν θέλημα κεκρυμμένον ἐν ἐμαυτῷ (τοῦτο γὰρ, οἶμαι, δηλοῖ τὸ, «Ἐν μέσῳ τῆς κοιλίας μου»), τοῖς γνησίοις αὐτὸ ἐναργὲς καταστήσω. Εἰδέναι γὰρ ἡμᾶς ἀναγκαῖον, ὅτι τὰ τῶν μαθημάτων ἐξῃρημένα τοῖς ἐξειλεγμένοις προσελάλει Χριστὸς, καὶ οὐχ ἅπασιν ἁπλῶς καὶ ἀδιακρίτως προσδιελέγετο.
Μετάφραση
Αρχή πάλι της γυναίκας είναι ο άνδρας, επειδή από τον άνδρα της πάρθηκε. Αρχή δε του Χριστού είναι ο Θεός, επειδή εξ αυτού κατά φύση προέρχεται ο Υιός, και έχει ως άναρχη αρχή αυτόν που τον γέννησε, μαζί με το να συνυπάρχει αιώνια με αυτόν. Αυτούς τους στίχους και ο Παύλος στην προς Εβραίους Επιστολή λέει ότι έχουν ειπωθεί εκ προσώπου του Σωτήρος. Διότι, αφού είπε ότι το αίμα των ζώων δεν μπορούσε να αφαιρέσει τις αμαρτίες, επιφέρει: «Γι' αυτό, εισερχόμενος ο Χριστός στον κόσμο, λέει προς τον Πατέρα, ότι κανέναν τρόπο προσφοράς της κατά νόμον δεν επέλεξες, ούτε περί σωτηρίας, ούτε περί αμαρτίας, αλλά μου ετοίμασες σώμα· και έφθασα, λέει, δηλαδή, είπα, ήρθα, για να πράξω το θέλημά σου.» Έπειτα προσθέτει: «Καταργεί το πρώτο, για να εγκαθιδρύσει το δεύτερο»· δηλαδή απορρίπτει τις θυσίες, για να επικυρώσει τη θυσία που προσφέρθηκε από τον ίδιο· διότι αναβαίνει ως οσμή ευωδίας προς τον Θεό και Πατέρα μέσω του δικού του σώματος. <Και τον νόμο σου στο μέσο της καρδιάς μου.> (A f. 220 b, B f. 146) Έχοντας δε το δικό σου θέλημα κρυμμένο μέσα μου (διότι αυτό, νομίζω, δηλώνει το, «στο μέσο της κοιλίας μου»), θα το καταστήσω ολοφάνερο στους γνησίους. Διότι είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε, ότι τα πιο υψηλά από τα διδάγματα ο Χριστός τα δίδασκε στους εκλεκτούς, και δεν απευθυνόταν σε όλους απλώς και αδιακρίτως.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες