Θέλεις δὲ γνῶναι, ὦ ἄνθρωπε κενὲ, ὅτι ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι; Ἀβραὰμ ὁ πατὴρ ἡμῶν, κ. τ. λ. Κυρίλλου ἐκ τῆς πρὸς Ῥωμαίους Ἐπιστολῆς. Ἐπειδὴ ὁ μακάριος Ἰάκωβος τὸν Ἀβραὰμ λέγει ἐξ ἔργων δεδικαιῶσθαι ἀνενεγκόντα Ἰσαὰκ τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον, ὁ δὲ Παῦλος λέγει αὐτὸν ἐκ πίστεως δεδικαιῶσθαι, οὕτω τὴν δοκοῦσαν ἐναντιότητα νοητέον· ὅτι πρὸ μὲν τοῦ ἔχειν τὸν Ἰσαὰκ ἐπίστευσεν, καὶ μισθὸν πίστεως ἔλαβε τὸν Ἰσαάκ· ὅμως καὶ ὅτε ἀνήνεγκε τὸν Ἰσαὰκ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον, οὐ μόνον τὸ ἔργον ἐποίει ὃ προσετάγη, ἀλλὰ καὶ τῆς πίστεως οὐκ ἀπέστη, ὅτι «Ἐν τῷ Ἰσαὰκ μέλλει τὸ σπέρμα αὐτοῦ πολυπληθεῖν ὡς τὰ ἄστρα,» λογισάμενος, ὅτι «Καὶ ἐκ νεκρῶν ἐγεῖραι δυνατὸς ὁ Θεός.» Ὅμως ὁ Παῦλος μάρτυρα τῶν ἰδΐων λόγων καὶ συλλήπτορα ποιεῖται τὸν μακάριον Δαβὶδ, ἄνδρα διαβόητον ἐν εὐσεβείᾳ, καὶ σοφῶς διασκευάζει ὡς ἐν Πνεύματι τὴν διὰ πίστεως ἄφεσιν καὶ διαγγέλλει πᾶσιν ἀνθρώποις· ᾔδει γὰρ ἐν Χριστῷ παρεσομένην κατὰ καιρούς.
Μετάφραση
Θέλεις δε να μάθεις, ω μάταιε άνθρωπε, ότι η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή; Ο Αβραάμ ο πατέρας μας, κ.ο.κ. Του Κυρίλλου, από την προς Ρωμαίους Επιστολή. Επειδή ο μακάριος Ιάκωβος λέει ότι ο Αβραάμ δικαιώθηκε από τα έργα, προσφέροντας τον Ισαάκ τον γιο του στο θυσιαστήριο, ενώ ο Παύλος λέει ότι δικαιώθηκε από την πίστη, η φαινομενική αυτή αντίφαση πρέπει να κατανοηθεί ως εξής: ότι πριν μεν αποκτήσει τον Ισαάκ πίστεψε, και έλαβε τον Ισαάκ ως μισθό της πίστης του· όμως και όταν προσέφερε τον Ισαάκ στο θυσιαστήριο, όχι μόνο έπραττε το έργο που του προστάχθηκε, αλλά δεν απομακρύνθηκε και από την πίστη του, ότι δηλαδή «μέσω του Ισαάκ πρόκειται να πληθύνει το σπέρμα του σαν τα άστρα», αναλογιζόμενος ότι «ο Θεός έχει τη δύναμη να αναστήσει ακόμη και από τους νεκρούς». Ωστόσο, ο Παύλος καθιστά μάρτυρα και συμπαραστάτη των λόγων του τον μακάριο Δαβίδ, έναν άνδρα φημισμένο για την ευσέβειά του, και με σοφία παρουσιάζει εν Πνεύματι την άφεση μέσω της πίστης και την εξαγγέλλει σε όλους τους ανθρώπους· διότι γνώριζε ότι αυτή επρόκειτο να παρασχεθεί εν Χριστώ στον κατάλληλο καιρό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες