Ἐπίλεγξαι σεαυτῷ «συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν.» Καὶ πάλιν ὅτι ἄκοντες ἀφῶμεν τὸν κόσμον, καὶ οὐκ ἔστι μακρὸς ὁ βίος ἡμῶν. Τί γάρ ἐστιν ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου; Μάλιστα ὅτι πεποίθησιν ζωῆς οὐκ ἔχομεν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ ἀπὸ πρωῒ ἕως ὀψέ. Θέλοντες ἀφήσωμεν πράγματα, ἵνα ἔχωμεν τὴν ἀντιμισθίαν. Ἐπιλεξώμεθα τὴν ἀμεριμνίαν τὴν ἀπὸ τῶν γηΐνων πραγμάτων, οἱ ἐπιποθοῦντες ὀφθῆναι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ, ἵνα παρρησιασώμεθα λέγειν· «Ἐξάγαγε ἐκ φυλακῆς τὴν ψυχήν μου τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματί σου.» Γόργευσαι, ὀξυπόδησον, «ὡς ἡμέρα ἐστί», πρὸ τοῦ καταλαβεῖν τὴν νύκτα, ἐν ᾗ πενθοῦσιν οἱ ῥᾳθυμοῦντες καὶ ὀκνηροὶ μετανοοῦντες τότε εἰς μάτην. Μάθε ὅτι ὁ καιρὸς οὐ μένει, καὶ ἐὰν φθάσῃ ἡ ὥρα, ὁ ὑπηρέτης οὐ δυσωπεῖται. Τίς γὰρ ἐδυσώπησεν αὐτὸν καὶ εἰσηκούσθη; Δοῦλός ἐστιν ἀληθὴς τοῦ ἀληθινοῦ Δεσπότου, πληρῶν γνησίως τὰ προστάγματα αὐτοῦ.
Μετάφραση
Επίλεξε για τον εαυτό σου «το να κακουχείσαι μαζί με τον λαό του Θεού παρά να έχεις πρόσκαιρη απόλαυση της αμαρτίας». Και πάλι, σκέψου ότι χωρίς να το θέλουμε θα εγκαταλείψουμε τον κόσμο, και ότι ο βίος μας δεν είναι μακρύς. Διότι τι είναι η ζωή του ανθρώπου; Ειδικά επειδή δεν έχουμε καμία βεβαιότητα για τη ζωή σε τούτο τον κόσμο από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ας εγκαταλείψουμε τα πράγματα με τη θέλησή μας, για να λάβουμε την ανταμοιβή. Ας επιλέξουμε την αμεριμνησία από τα γήινα πράγματα, εμείς που ποθούμε διακαώς να εμφανιστούμε ενώπιον του προσώπου του Θεού, ώστε να αποκτήσουμε την παρρησία να πούμε: «Βγάλε από τη φυλακή την ψυχή μου για να εξομολογηθώ το όνομά σου». Βιάσου, τρέξε γρήγορα, «όσο είναι ημέρα», πριν σε καταλάβει η νύχτα, κατά την οποία πενθούν οι ράθυμοι και οι οκνηροί, μετανοώντας τότε εις μάτην. Μάθε ότι ο χρόνος δεν περιμένει, και εάν φτάσει η ώρα, ο υπηρέτης δεν κάμπτεται από ικεσίες. Διότι ποιος τον ικέτευσε και εισακούστηκε; Είναι αληθινός δούλος του αληθινού Δεσπότη, εκτελώντας πιστά τα προστάγματά Του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες