αʹ. Ἡ πρώτη ἀρετὴ, καὶ ἡ πᾶσα ἀρετὴ τὸ ξένον εἶναι τοῦ κόσμου τούτου καὶ παρεπίδημον, καὶ μηδὲν κοινὸν ἔχειν πρὸς τὰ ἐνταῦθα πράγματα, ἀλλὰ ἀπηρτῆσθαι αὐτῶν ὥσπερ ξένων, καθάπερ οἱ μακάριοι μαθηταὶ ἐκεῖνοι, περὶ ὧν φησι· Περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος. Ἐκεῖνοι μὲν οὖν ξένους ἔλεγον εἶναι ἑαυτούς· ὁ δὲ Παῦλος καὶ πολλῷ τι πλέον εἶπεν. Οὐ γὰρ ξένον ἑαυτὸν ἁπλῶς εἶπεν, ἀλλὰ νεκρὸν εἶπε τῷ κόσμῳ, καὶ τὸν κόσμον αὐτῷ νεκρόν. Ἐμοὶ γὰρ, φησὶν, ὁ κόσμος ἐσταύρωται, κἀγὼ τῷ κόσμῳ. Ἀλλ᾽ ἡμεῖς ὡς καὶ πολῖται, καὶ σφόδρα ζῶντες ὡς πολῖται, οὕτω πάντα ἐνταῦθα πραγματευόμεθα· καὶ ὅπερ ἦσαν τῷ κόσμῳ οἱ δίκαιοι, ξένοι καὶ νεκροὶ, τοῦτο ἡμεῖς ἐσμεν τῷ οὐρανῷ· ὅπερ δὲ ἦσαν ἐκεῖνοι τῷ οὐρανῷ, ζῶντες καὶ πολιτευόμενοι, τοῦτο ἡμεῖς ἐσμεν τῷ κόσμῳ.
Μετάφραση
Α'. Η πρώτη αρετή, και ολόκληρη η αρετή, είναι το να είναι κανείς ξένος και παρεπίδημος σε τούτο τον κόσμο, και να μην έχει τίποτα το κοινό με τα εγκόσμια πράγματα, αλλά να είναι αποκομμένος από αυτά σαν από πράγματα ξένα, όπως ακριβώς εκείνοι οι μακάριοι μαθητές, για τους οποίους λέει: Περιπλανήθηκαν ντυμένοι με προβιές και κατσικίσια δέρματα, στερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, των οποίων δεν ήταν άξιος ο κόσμος. Εκείνοι λοιπόν έλεγαν για τον εαυτό τους ότι είναι ξένοι· ο Παύλος όμως είπε κάτι πολύ περισσότερο. Διότι δεν ονόμασε τον εαυτό του απλώς ξένο, αλλά τον χαρακτήρισε νεκρό ως προς τον κόσμο, και τον κόσμο νεκρό ως προς αυτόν. Διότι για μένα, λέει, ο κόσμος έχει σταυρωθεί, κι εγώ για τον κόσμο. Εμείς όμως, ωσάν πολίτες, και μάλιστα ζώντας έντονα ως πολίτες αυτού του κόσμου, έτσι διαχειριζόμαστε όλες τις εδώ υποθέσεις· και ό,τι ακριβώς ήταν οι δίκαιοι για τον κόσμο, δηλαδή ξένοι και νεκροί, αυτό είμαστε εμείς για τον ουρανό· και ό,τι ήταν εκείνοι για τον ουρανό, δηλαδή ζωντανοί και ενεργοί πολίτες του, αυτό είμαστε εμείς για τον κόσμο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες