Ἡμᾶς δὲ ἀνάγκη, λεπτοεπεῖν ᾑρημένους, ἀνασκαλεύειν τὰ κεκρυμμένα, καὶ τὴν τοῖς ἀμαθεστέροις οὐ ῥᾳδίαν ἑλεῖν ἀπογυμνοῦν ἀλήθειαν. Β. Εὖ λέγεις. Α. Ἔφη τοίνυν ἡμῖν ὁ θεσπέσιος Παῦλος περὶ τοῦ Μονογενοῦς· «Ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων, οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ᾽ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος, ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. Διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε, καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός.» Ἆρ᾽ οὖν οὐχὶ καὶ αὐτὸς ἡμῖν ὁ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου καιρός, εἴπερ ἕλοι ποθὲν τὸ ἀνακεκραγεῖν δύνασθαι, τοῖς οὔπω νενοηκόσιν ἀναφανδὸν ἐρεῖ ὡς οὐχ ᾗπερ ἂν νοοῖτο Θεὸς ὢν ὁ Λόγος, ἀλλ᾽ ᾗ πέφηνεν ἄνθρωπος εἰς τὴν τῆς θεότητος ἀναπεφοίτηκε δόξαν, καὶ μετὰ σαρκός, καὶ ὅτε κεκένωκέ τε καὶ τεταπείνωκεν ἑαυτόν, τότε καὶ ὑψοῦσθαι λέγεται; Ἐπεὶ δίδασκε· πυθοίμην γὰρ ἂν ὡς ἥδιστά σου καὶ ἐρομένῳ φράσον. Β. Τὸ τί δὴ φής; Α. Κεκένωκεν ἑαυτὸν ὁ Μονογενής, καθεὶς ἐν δούλου μορφῇ, καὶ ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, καὶ γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου.
Μετάφραση
Εμείς όμως, εφόσον έχουμε επιλέξει να εξετάζουμε τα πράγματα με λεπτομέρεια, έχουμε την ανάγκη να αναδιφήσουμε τα κρυμμένα και να αποκαλύψουμε την αλήθεια, την οποία δεν είναι εύκολο να συλλάβουν οι πιο αμαθείς. Β. Ορθά ομιλείς. Α. Είπε, λοιπόν, σε εμάς ο θεσπέσιος Παύλος περί του Μονογενούς: «Ο οποίος, αν και υπήρχε στη μορφή του Θεού, δεν θεώρησε αρπαγή το να είναι ίσος με τον Θεό, αλλά κένωσε τον εαυτό του παίρνοντας μορφή δούλου, αφού έγινε όμοιος με τους ανθρώπους και βρέθηκε ως προς το σχήμα σαν άνθρωπος, ταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού. Γι' αυτό και ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε όνομα που είναι πάνω από κάθε όνομα, ώστε στο όνομα του Ιησού να κάμψει κάθε γόνατο των επουρανίων, των επιγείων και των καταχθονίων, και κάθε γλώσσα να ομολογήσει ότι Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός, εις δόξαν του Θεού Πατρός.» Άραγε, λοιπόν, δεν θα έλεγε φανερά σε όσους δεν έχουν ακόμη κατανοήσει και ο ίδιος ο καιρός της ενανθρωπήσεως του Λόγου, αν μπορούσε κάπως να αποκτήσει φωνή και να κραυγάσει, ότι ο Λόγος δεν ανήλθε στη δόξα της θεότητας θεωρούμενος ως Θεός, αλλά καθόσον εμφανίστηκε ως άνθρωπος, μαζί με τη σάρκα, και ότι, όταν κένωσε και ταπείνωσε τον εαυτό του, τότε ακριβώς λέγεται ότι και υψώθηκε; Ειδάλλως, δίδαξέ με· διότι με μεγάλη ευχαρίστηση θα ήθελα να μάθω από εσένα, και πες μου αφού σε ρωτώ. Β. Τι ακριβώς εννοείς; Α. Ο Μονογενής κένωσε τον εαυτό του, κατεβαίνοντας σε μορφή δούλου, και υπέμεινε σταυρό, περιφρονώντας την αισχύνη, και έγινε υπήκοος μέχρι θανάτου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες