Ὅταν δὲ πάλιν εἰσάγει τὸν πρωτότοκον εἰς τὴν οἰκουμένην, λέγει· «Καὶ προσκυνείτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι Θεοῦ.» Οὕτω καὶ ὁ Θεὸς διὰ τοῦ στόματος τοῦ μακαρίου Δαβὶδ λέγει· «Ἅπαξ ὤμοσα ἐν τῷ ἁγίῳ μου, εἰ τῷ Δαβὶδ ψεύσομαι· τὸ σπέρμα αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα μένει, καὶ θρόνος αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος ἐναντίον μου, καὶ ὡς σελήνη κατηρτισμένη εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ὁ μάρτυς ἐν οὐρανῷ πιστός.» Καὶ πάλιν· «Θήσομαι ἐν θαλάσσῃ χεῖρα αὐτοῦ, καὶ ἐν ποταμοῖς δεξιὰν αὐτοῦ· αὐτὸς ἐπικαλέσεταί με, Πατήρ μου εἶ σὺ, Θεός μου καὶ ἀντιλήπτωρ τῆς σωτηρίας μου· κἀγὼ πρωτότοκον θήσομαι αὐτὸν ὑψηλὸν παρὰ τοῖς βασιλεῦσι τῆς γῆς.» Ὅς ἐστιν ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος καὶ Υἱὸς μονογενὴς, καὶ τῶν αἰώνων Ποιητὴς, καὶ Δημιουργὸς πάντων. Πόθεν δὲ εἰς τὴν οἰκουμένην εἰσέρχεται; πῶς δὲ πρωτότοκος ὁ Μονογενής; Πῶς; διὰ τῆς οἰκονομίας τῆς αὐτοῦ ἐνανθρωπήσεως; Εἰ δὲ καὶ μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν αὐτὸν οἱ ἄγγελοι προσεκύνησαν, πρὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως ταύτην αὐτῷ τὴν τιμὴν οὐ προσέφερον ἐκ παντός; Καὶ πανταχοῦ ἦν ὁ Θεὸς, καὶ εἰς τὴν οἰκουμένην εἰσῆλθεν ὡς ἄνθρωπος· «Ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω· εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον.» Εἰ γὰρ ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, πῶς ἦλθεν; εἰ δὲ ἦλθε, πῶς ἐν τῷ κόσμῳ ἦν; ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ κόσμῳ ἦν ὡς Θεὸς, καὶ ἦλθεν ὡς ἄνθρωπος· οὕτω καὶ Μονογενής ἐστιν ὡς Θεὸς, καὶ πρωτότοκος ὡς ἄνθρωπος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς· οὗτος ἀεὶ τὸ σέβας παρὰ τῶν ἀγγέλων ἐδέχετο· ἦν γὰρ Θεὸς ἀεί· προσεκύνησαν δὲ αὐτὸν καὶ ὡς ἄνθρωπον. Καὶ πρὸς μὲν τοὺς ἀγγέλους λέγει· «Ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα, καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα·» πρὸς δὲ τὸν Υἱόν· «Ὁ θρόνος σου, ὁ Θεὸς, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος· ῥάβδος εὐθύτητος ἡ ῥάβδος τῆς βασιλείας σου· ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίσησας ἀνομίαν· διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς μετόχους σου.» Διὰ τοῦτο σαφῶς ἔδειξε τοὺς μὲν ἀγγέλους κτιστὴν ἔχοντας φύσιν, τοῦ δὲ μονογενοῦς Υἱοῦ ἄκτιστον καὶ ἀΐδιον· ὡς γὰρ Θεὸς αἰώνιον ἔχει τὸν θρόνον, ἄναρχον τὴν βασιλείαν καὶ ἀτελεύτητον· τὸ δὲ, «Ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίσησας ἀνομίαν,» καὶ τὰ ἑξῆς, κατὰ τὸ ἀνθρώπινον εἴρηται· καὶ γὰρ ὁ προφήτης Ἡσαΐας, τὰ περὶ τοῦ Ἐμμανουὴλ προθεσπίσας, καὶ ταῦτα προστέθεικε· «Πρὶν γνῶναι τὸ παιδίον ἀγαθὸν ἢ κακὸν, ἀπειθεῖ πονηρίᾳ τοῦ ἐκλέξασθαι τὸ ἀγαθόν.» Καὶ ἡ χρίσις δὲ οὐ τῆς θεότητος, ἀλλὰ τῆς ἀνθρωπότητος· «Ἔλαιον γὰρ, φησὶ, ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς μετόχους σου.» Μέτοχοι δὲ καὶ ἡμεῖς καὶ κοινωνοὶ, οὐ τῆς θεότητος, ἀλλὰ τῆς ἀνθρωπότητος, καθὼς γέγραπται· «Ὅ τε ἁγιάζων καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι, ἐξ ἑνὸς πάντες·» καὶ τοῦτο ἀνθρώπινον· κτιστὴ γὰρ ἡ ληφθεῖσα φύσις, εἷς δέ γε καὶ ἡμῶν καὶ αὐτὸς ὁ Ποιητής· ἀλλὰ δι’ ἐκείνης ἁγιαζόμεθα, δι’ ἢν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ἀδελφοὺς καλεῖν λέγων· «Ἀπαγγελῶ τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ὑμνήσω σε.» Καὶ πάλιν· «Ἔσομαι ἐγὼ πεποιθὼς ἐπ’ αὐτῷ.» Καὶ πάλιν· «Ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός.»
Μετάφραση
Όταν πάλι εισάγει τον Πρωτότοκο στην οικουμένη, λέγει: «Και ας τον προσκυνήσουν όλοι οι άγγελοι του Θεού». Έτσι και ο Θεός λέγει διά του στόματος του μακαρίου Δαβίδ: «Μία φορά ορκίσθηκα στην αγιότητά μου, ότι δεν θα ψευσθώ προς τον Δαβίδ· το σπέρμα του θα παραμένει στον αιώνα, και ο θρόνος του θα είναι ενώπιόν μου όπως ο ήλιος, και όπως η σελήνη η εδραιωμένη στον αιώνα, και ο μάρτυς στον ουρανό είναι πιστός». Και πάλι: «Θα θέσω στη θάλασσα το χέρι του και στους ποταμούς τη δεξιά του· αυτός θα με επικαλεσθεί: Πατέρας μου είσαι εσύ, Θεός μου και αντιλήπτωρ της σωτηρίας μου· και εγώ θα τον θέσω πρωτότοκο, υψηλό ανάμεσα στους βασιλείς της γης». Αυτός είναι ο Λόγος του Θεού και Υιός μονογενής, και ποιητής των αιώνων, και δημιουργός των πάντων. Από πού λοιπόν εισέρχεται στην οικουμένη; Και πώς είναι πρωτότοκος ο Μονογενής; Πώς; Διά της οικονομίας της ενανθρωπήσεώς του. Αν όμως και μετά την ενανθρώπηση τον προσκύνησαν οι άγγελοι, δεν του απέδιδαν οπωσδήποτε αυτή την τιμή και πριν από την ενανθρώπηση; Και ο Θεός ήταν παντού, και εισήλθε στην οικουμένη ως άνθρωπος· «ήταν μέσα στον κόσμο, και ο κόσμος έγινε δι’ αυτού, και ο κόσμος δεν τον γνώρισε· ήλθε στα ίδια, και οι δικοί του δεν τον παρέλαβαν». Αν λοιπόν ήταν μέσα στον κόσμο, πώς ήλθε; Και αν ήλθε, πώς ήταν μέσα στον κόσμο; Αλλά και μέσα στον κόσμο ήταν ως Θεός, και ήλθε ως άνθρωπος· έτσι και Μονογενής είναι ως Θεός, και πρωτότοκος ως άνθρωπος ανάμεσα σε πολλούς αδελφούς. Αυτός πάντοτε δεχόταν τον σεβασμό από τους αγγέλους, διότι ήταν πάντοτε Θεός· τον προσκύνησαν όμως και ως άνθρωπο. Και προς μεν τους αγγέλους λέγει: «Αυτός που κάνει τους αγγέλους του πνεύματα και τους λειτουργούς του φλόγα πυρός»· προς δε τον Υιό: «Ο θρόνος σου, Θεέ, είναι στον αιώνα του αιώνος· ράβδος ευθύτητος είναι η ράβδος της βασιλείας σου· αγάπησες τη δικαιοσύνη και εμίσησες την ανομία· γι’ αυτό σε έχρισε ο Θεός σου με έλαιο αγαλλιάσεως περισσότερο από τους μετόχους σου». Διά τούτο έδειξε σαφώς ότι οι άγγελοι έχουν κτιστή φύση, ενώ του μονογενούς Υιού η φύση είναι άκτιστη και αΐδια· διότι ως Θεός έχει αιώνιο τον θρόνο, άναρχη τη βασιλεία και ατελεύτητη. Το δε «αγάπησες τη δικαιοσύνη και εμίσησες την ανομία», και όσα ακολουθούν, έχουν λεχθεί κατά το ανθρώπινο· διότι και ο προφήτης Ησαΐας, αφού προανήγγειλε τα περί του Εμμανουήλ, πρόσθεσε και αυτά: «Πριν γνωρίσει το παιδί το καλό ή το κακό, αποστρέφεται την πονηρία, για να εκλέξει το αγαθό». Και η χρίση δεν αναφέρεται στη θεότητα, αλλά στην ανθρωπότητα· «Έλαιο γαρ, λέγει, αγαλλιάσεως περισσότερο από τους μετόχους σου». Μέτοχοι δε και εμείς και κοινωνοί είμαστε, όχι της θεότητος, αλλά της ανθρωπότητος, καθώς έχει γραφεί: «Και αυτός που αγιάζει και αυτοί που αγιάζονται, όλοι είναι από έναν»· και αυτό είναι ανθρώπινο· διότι κτιστή είναι η φύση που προσέλαβε, και ένας είναι και δικός μας και εκείνης ο Ποιητής. Αλλά δι’ εκείνης αγιαζόμαστε, γι’ αυτό και δεν ντρέπεται να τους αποκαλεί αδελφούς, λέγοντας: «Θα απαγγείλω το όνομά σου στους αδελφούς μου, στο μέσον της Εκκλησίας θα σε υμνήσω». Και πάλι: «Εγώ θα έχω την πεποίθησή μου επ’ αυτόν». Και πάλι: «Ιδού εγώ και τα παιδιά που μου έδωσε ο Θεός».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες