Εἰ δὲ καὶ Δεσπότης καὶ Ποιητὴς πάντων, καὶ διὰ τὴν τῶν δούλων αὐτοῦ σωτηρίαν σάρκα ἀνέλαβε καὶ ἄνθρωπος γέγονε κατὰ πάντα χωρὶς ἁμαρτίας ἐξ ἁγίας Ἀειπαρθένου, καὶ μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ ἐσθίων, καὶ πίνων, καὶ συγκαταθέμενος, καὶ τοὺς τούτων ἀῤῥώστους δι’ ἑαυτοῦ θεραπεύων, καὶ τὸ ὑπὲρ ἡμῶν καταδεξάμενος πάθος. οὐκ ἐπαισχύνεται καλεῖν καὶ ἀδελφοὺς τούτους ὑπὲρ ὧν τὸ πάθος ὑπέμεινε, δηλονότι τοὺς πιστούς· οὐ μόνον δὲ ἀδελφοὺς, ἀλλὰ καὶ παιδία· «Ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος, καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διὰ τοῦ θανάτου αὐτοῦ καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τουτέστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῇν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας.» Καὶ πῶς οἷόν τε αὐτὸν ἀδελφὸν ἡμῶν χρηματίσαι, ἢ παιδία ἡμᾶς γνησίως καλέσαι, μὴ τὴν αὐτὴν περικείμενος φύσιν; οὗ δὴ χάριν ταύτην ἀναλαβὼν, τὴν τοῦ θανάτου κατέλυσε δυναστείαν, καὶ τὸν ἐπικείμενον ἡμῖν διέλυσε φόβον· φοβούμενοι γὰρ ἀεὶ διατελοῦμεν τὸν θάνατον· «Οὐ γὰρ δήπου ἀγγέλους ἐπιλαμβάνεται, ἀλλὰ σπέρμα Ἀβραὰμ ἐπιλαμβάνεται.» Εἰ γὰρ ἀγγέλων ἀνείληφε φύσιν, κρείττων ἂν ἐγεγόνει θανάτου· ἐπεὶ δὲ ἀνθρώπινον ἦν ὃ ἀνέλαβε σῶμα, διὰ μὲν τοῦ πάθους τὸ τῶν ἀνθρώπων ἀπέδωκε χρέος· διὰ δὲ τοῦ πεπονθότος σώματος, ἀναστὰς τὴν οἰκείαν ἐπεδείξατο δύναμιν· «Ὅθεν ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι.» Ὁμοίως γὰρ ἡμῖν καὶ τροφῆς μετέλαβε, καὶ πόνον ὑπέμεινε, καὶ ἠθύμησε καὶ ἐδάκρυσε, καὶ θάνατον κατεδέξατο, ἵνα ἐλεήμων γένηται καὶ πιστὸς ἀρχιερεὺς τὰ πρὸς τὸν Θεὸν εἰς τὸ ἱλάσκεσθαι τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ· ἐν ᾧ γὰρ πέπονθεν αὐτὸς πειρασθεὶς, δύναται τοῖς ἐπηρεαζομένοις βοηθῆσαι· καὶ ταῦτα κατὰ τὸ ἀνθρώπινον εἴρηται· οὔτε γὰρ ἀρχιερεὺς ἡμῶν ὡς Θεὸς, ἀλλ’ ὡς ἄνθρωπος· οὔτε ὡς Θεὸς πέπονθεν, ἀλλ’ ὡς ἄνθρωπος· οὔτε διὰ τῆς πείρας μεμάθηκε τὰ ἡμέτερα, ἀλλ’ ὡς Θεὸς καὶ Δημιουργὸς γινώσκει πάντα σαφῶς.
Μετάφραση
Εάν όμως είναι και Δεσπότης και Δημιουργός των πάντων, και για τη σωτηρία των δούλων του ανέλαβε σάρκα και έγινε άνθρωπος κατά πάντα, χωρίς αμαρτία, από την αγία Αειπάρθενο, και έτρωγε μαζί με τους δούλους του, και έπινε, και συναναστρεφόταν μαζί τους, και θεράπευε ο ίδιος τους αρρώστους τους, και καταδέχθηκε το πάθος για χάρη μας, δεν ντρέπεται να τους αποκαλεί και αδελφούς αυτούς υπέρ των οποίων υπέμεινε το πάθος, δηλαδή τους πιστούς· και όχι μόνο αδελφούς, αλλά και παιδιά. «Επειδή λοιπόν τα παιδιά έχουν μετοχή σε σάρκα και αίμα, και αυτός κατά παρόμοιο τρόπο μετείχε στα ίδια, για να καταργήσει με τον θάνατό του εκείνον που είχε το κράτος του θανάτου, δηλαδή τον διάβολο, και να ελευθερώσει εκείνους που, από φόβο θανάτου, ήταν σε όλη τους τη ζωή υποκείμενοι στη δουλεία.» Και πώς θα ήταν δυνατόν αυτός να γίνει αδελφός μας ή να μας ονομάσει γνήσια παιδιά, αν δεν έφερε την ίδια φύση; Γι’ αυτό λοιπόν, αφού την ανέλαβε, κατέλυσε τη δεσποτεία του θανάτου και διέλυσε τον φόβο που κρεμόταν πάνω μας· γιατί διατελούμε πάντοτε να φοβόμαστε τον θάνατο. «Διότι βέβαια δεν αναλαμβάνει αγγέλους, αλλά αναλαμβάνει το σπέρμα του Αβραάμ.» Εάν δηλαδή είχε αναλάβει φύση αγγέλων, θα ήταν ανώτερος από τον θάνατο· επειδή όμως το σώμα που ανέλαβε ήταν ανθρώπινο, με το πάθος του απέδωσε το χρέος των ανθρώπων, ενώ, αναστάς με το σώμα που έπαθε, έδειξε τη δική του δύναμη. «Γι’ αυτό όφειλε κατά πάντα να ομοιωθεί με τους αδελφούς.» Πράγματι, όπως κι εμείς, έτσι και τροφή έλαβε και κόπο υπέμεινε, και λύπη αισθάνθηκε και δάκρυσε, και καταδέχθηκε θάνατο, για να γίνει ελεήμων και πιστός αρχιερέας στα σχετικά με τον Θεό, ώστε να εξιλεώνει τις αμαρτίες του λαού· γιατί, αφού ο ίδιος έπαθε όταν πειράσθηκε, μπορεί να βοηθήσει εκείνους που καταπιέζονται. Και αυτά έχουν λεχθεί κατά το ανθρώπινο· διότι ούτε αρχιερέας μας είναι ως Θεός, αλλά ως άνθρωπος· ούτε έπαθε ως Θεός, αλλά ως άνθρωπος· ούτε έμαθε τα δικά μας μέσω της πείρας, αλλά ως Θεός και Δημιουργός γνωρίζει με σαφήνεια τα πάντα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες