«Πρὸς τίνα δὲ τῶν ἀγγέλων εἶπέ ποτε· Κάθου ἐκ δεξιῶν ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου;» οὐ γὰρ ὡς Θεῷ μόνον λέγει· «Κάθου ἐκ δεξιῶν μου·» πῶς γὰρ ὁ θρόνος αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος; ἀλλ’ ὡς ἄνθρωπος τοίνυν ταύτης μετέλαχε τῆς τιμῆς· ὡς δὲ Θεὸς, αἰώνιον ἔχει τὸν θρόνον. Καὶ πάλιν· «Τίς ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκει αὐτόν; ἢ υἱὸς ἀνθρώπου, ὅτι ἐπισκέπτει αὐτόν; ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτὸν, καὶ κατέστησας αὐτὸν ἐπὶ τὰ ἔργα χειρῶν σου· πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ.» —«Τὸ δὲ βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους ἠλαττωμένον βλέπομεν Ἰησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου, ὅπως χωρὶς Θεοῦ, ὑπὲρ παντὸς γεύσηται θανάτου, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένος·» οὐ τῇ φύσει τῆς θεότητος τῶν ἀγγέλων ἠλάττωται, ἀλλὰ τῷ πάθει τῆς ἀνθρωπότητος. Ὥσπερ τοίνυν ἐλάττων ἦν ἀγγέλων ὡς ἄνθρωπος διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου· ἐπειδὴ μὲν οἱ ἄγγελοι ἀθάνατον ἔχουσι φύσιν, αὐτὸς δὲ ὡς ἄνθρωπος τὸ πάθος ὑπέμεινε χωρὶς Θεοῦ διὰ τὴν πάντων σωτηρίαν· πάντα γὰρ ὅσα θνητὴν ἔχουσι φύσιν, ταύτης ἐδεῖτο τῆς θεραπείας, τοῦ τῆς ἐνανθρωπήσεως φαρμάκου· μόνη γὰρ ἡ θεία φύσις ἀνενδεὴς, τοῦτο γὰρ εἶπε· «Χωρὶς Θεοῦ» ὑπὲρ παντὸς γεύσεται θανάτου. «Δόξῃ δὲ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον» ὡς ἄνθρωπον· μετὰ γὰρ τὴν ἀνάστασιν καὶ τὴν εἰς οὐρανοὺς ἀνάβασιν τῆς θείας μετέλαχε δόξης, καὶ κρείττων ἀγγέλων ἐγένετο· ἐκάθισε γὰρ ἐπάνω ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας καὶ δυνάμεως καὶ κυριότητος καὶ παντὸς ὀνόματος ὀνομαζομένου οὐ μόνον ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι· ἐν γὰρ τῷ ὑποτάξαι αὐτῷ τὰ πάντα, οὐδὲν ἀφῆκεν αὐτῷ ἀνυπότακτον.
Μετάφραση
«Διότι, σε ποιον από τους αγγέλους είπε ποτέ: “Κάθισε στα δεξιά μου, ώσπου να θέσω τους εχθρούς σου υποπόδιο των ποδιών σου;”». Δεν το λέγει αυτό μόνο ως προς τη θεότητά του: «Κάθισε στα δεξιά μου». Πώς θα μπορούσε άλλωστε ο θρόνος του να είναι «στον αιώνα του αιώνος»; Αλλά, λοιπόν, ως άνθρωπος έλαβε μερίδιο σε αυτή την τιμή· ως Θεός όμως έχει αιώνιο τον θρόνο. Και πάλι: «Τι είναι ο άνθρωπος, ώστε να τον θυμάσαι; Ή υιός ανθρώπου, ώστε να τον επισκέπτεσαι; Τον έκανες για λίγο κατώτερο από τους αγγέλους, τον στεφάνωσες με δόξα και τιμή και τον κατέστησες πάνω στα έργα των χεριών σου· όλα τα υπέταξες κάτω από τα πόδια του». Και: «Τον βλέπουμε δε τον Ιησού, που έγινε για λίγο κατώτερος από τους αγγέλους, εξαιτίας του παθήματος του θανάτου, ώστε, χωρὶς Θεοῦ, να γευθεί τον θάνατο για χάρη όλων, στεφανωμένος με δόξα και τιμή». Δεν έγινε κατώτερος από τους αγγέλους κατά τη φύση της θεότητάς του, αλλά κατά το πάθος της ανθρωπότητάς του. Όπως λοιπόν ήταν κατώτερος από τους αγγέλους ως άνθρωπος, εξαιτίας του παθήματος του θανάτου — επειδή οι άγγελοι έχουν αθάνατη φύση, ενώ αυτός, ως άνθρωπος, υπέμεινε το πάθος χωρὶς Θεοῦ για τη σωτηρία όλων· διότι όλα όσα έχουν θνητή φύση είχαν ανάγκη από αυτή τη θεραπεία, από το φάρμακο της ενανθρωπήσεως· μόνο η θεία φύση είναι χωρίς καμία ανάγκη· γι’ αυτό είπε: «Χωρὶς Θεοῦ θα γευθεί τον θάνατο για χάρη όλων» — έτσι και «στεφανωμένο με δόξα και τιμή» τον λέγει ως άνθρωπο. Διότι, μετά την ανάσταση και την ανάβασή του στους ουρανούς, έλαβε μερίδιο στη θεία δόξα και έγινε ανώτερος από τους αγγέλους· αφού κάθισε υπεράνω κάθε αρχής και εξουσίας και δυνάμεως και κυριότητας και κάθε ονόματος που ονομάζεται, όχι μόνο σε αυτόν τον αιώνα αλλά και στον μέλλοντα. Διότι, όταν υπέταξε τα πάντα σε αυτόν, δεν άφησε τίποτε ανυπότακτο σ’ αυτόν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες