Οὐκοῦν εἰκότως ὁ Ἀπόστολος τὴν σωματικὴν τοῦ Λόγου παρουσίαν διηγούμενός φησιν· Ἀπόστολον καὶ πιστὸν ὄντα τῷ ποιήσαντι αὐτὸν, δεικνὺς, ὅτι καὶ ἄνθρωπος γενόμενος Ἰησοῦς Χριστὸς, χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας ἀναλλοίωτός ἐστι. Καὶ ὥσπερ τῆς ἐνανθρωπήσεως αὐτοῦ διὰ τῆς ἀρχιερωσύνης μνημονεύει γράφων ὁ Ἀπόστολος· οὕτω καὶ πάλιν οὐκ ἐσιώπησε μακρὰν, ἀλλ᾽ εὐθὺς περὶ τῆς θεότητος αὐτοῦ μνημονεύει, πανταχοῦ τῆς ἀσφαλείας γινόμενος, ἔνθα μάλιστα τὸ ταπεινὸν ὀνομάζει, ἵν᾽ εὐθὺς αὐτοῦ τὴν ὑψηλότητα καὶ τὴν πατρικὴν μεγαλειότητα γινώσκωμεν. Φησὶ γοῦν· Ὁ μὲν Μωσῆς θεράπων, ὁ δὲ Χριστὸς Υἱός· κἀκεῖνος μὲν πιστὸς εἰς τὸν οἶκον, οὗτος δὲ ἐπὶ τὸν οἶκον, ὡς αὐτὸς αὐτὸν κατασκευάσας, καὶ κύριος αὐτοῦ καὶ δημιουργὸς τυγχάνων, καὶ ὡς Θεὸς ἁγιάζων αὐτόν.
Μετάφραση
Επομένως, δικαιολογημένα ο Απόστολος, περιγράφοντας τη σωματική παρουσία του Λόγου, λέει: όντας Απόστολος και πιστός σε εκείνον που τον κατέστησε, δείχνει ότι ο Ιησούς Χριστός, ακόμη και αφού έγινε άνθρωπος, είναι ο ίδιος χθες και σήμερα, και παραμένει αναλλοίωτος στους αιώνες. Και όπως ακριβώς ο Απόστολος, γράφοντας, μνημονεύει την ενανθρώπησή του μέσω της αρχιερωσύνης του, έτσι και πάλι δεν σιώπησε για πολύ, αλλά αμέσως μνημονεύει τη θεότητά του, φροντίζοντας παντού για την ασφάλεια της πίστεως, ιδίως εκεί όπου αναφέρεται σε ό,τι είναι ταπεινό, ώστε αμέσως να αναγνωρίζουμε την υψηλότητά του και την πατρική του μεγαλειότητα. Λέει, λοιπόν: Ο μεν Μωυσής υπήρξε υπηρέτης, ο δε Χριστός Υιός· και εκείνος μεν ήταν πιστός μέσα στον οίκο, αυτός όμως πάνω στον οίκο, καθώς ο ίδιος τον κατασκεύασε, όντας κύριος και δημιουργός του, και αγιάζοντάς τον ως Θεός.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες