Εἶτ᾽ ἐπιλέγει· 〈καὶ ἔσται μῆνα ἐκ μηνὸς καὶ σάββατον ἐκ σαββάτου ἥξει πᾶσα σὰρξ τοῦ προσκυνῆσαι ἐνώπιόν μου, εἶπε κύριος, εἰς Ἰερουσαλήμ〉. τὸ μὲν οὖν 〈εἰς Ἰερουσαλὴμ〉 οὐ κεῖται παρὰ τοῖς λοιποῖς ἑρμηνευταῖς οὐδὲ ἐν τῇ Ἑβραϊκῇ ἀναγνώσει. πλὴν οὐ λυπεῖ κείμενον παρὰ τοῖς Ἑβδομήκοντα· δῆλον γὰρ ὡς ⌜τὴν ἐπουράνιον σημαίνει Ἰερουσαλήμ, ἔνθα συστήσεται ἡ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν βασιλεία.⌝ εἰ δὲ τύποι καὶ σύμβολα καὶ εἰκόνες ἦσαν τὰ παρὰ Μωσεῖ νενομοθετημένα τῶν ἐπουρανίων, ⌜ἀκόλουθόν ἐστιν κατὰ διάνοιαν ἐκλαμβάνειν τὰς ἐν οὐρανῷ ἑορτὰς καὶ τὰ ἐκεῖ 〈σάββατα〉 ἀληθινὰ καὶ τοὺς 〈μῆνας〉 τοὺς ἐκεῖ, «περὶ ὧν πολὺς ὁ λόγος καὶ δυσερμήνευτος», σχολῆς τε μακρᾶς καὶ οἰκείας ὑποθέσεως δεόμενος.⌝ πλὴν ὥσπερ ἐπὶ τῆς κάτω Ἰερουσαλὴμ τὸ μὲν πολὺ πλῆθος τοῦ ἔθνους διαφόρους κατῴκει πόλεις, ἐξαίρετος δὲ ἦν ὁ τοῦ ἁγιάσματος τόπος, ἔνθα κατὰ καιροὺς ἀπήντων οἱ τὴν ἄλλην οἰκοῦντες χώραν ‹τὰ τῆς τοῦ θεοῦ λατρείας ἐπιτελέσοντες›, οὕτως καὶ ἐπὶ τῆς νοουμένης οὐρανίου πόλεως καὶ τοῦ αὐτόθι ἐξαιρέτου ἁγιάσματος, ἔνθα οὐδενὶ βατὸν ἢ ‹μόνῳ τῷ ἀρχιερεῖ› δηλαδὴ τῷ υἱῷ τοῦ θεοῦ, ᾧ μόνῳ θέμις τῇ τοῦ πατρὸς πελάζειν θεότητι, καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς πατρικοὺς διαβαίνει κόλπους.
Μετάφραση
Έπειτα προσθέτει: «Και θα συμβεί, από μήνα σε μήνα και από Σάββατο σε Σάββατο, να έλθει κάθε σάρκα για να προσκυνήσει ενώπιόν μου, είπε ο Κύριος, στην Ιερουσαλήμ». Η φράση, βέβαια, «στην Ιερουσαλήμ» δεν υπάρχει στους υπόλοιπους ερμηνευτές ούτε στο εβραϊκό κείμενο. Εντούτοις, δεν δημιουργεί πρόβλημα το ότι υπάρχει στο κείμενο των Εβδομήκοντα· διότι είναι φανερό πως υποδηλώνει την επουράνια Ιερουσαλήμ, όπου θα εγκαθιδρυθεί η βασιλεία του Σωτήρος μας. Αν, λοιπόν, όσα νομοθετήθηκαν από τον Μωυσή ήταν τύποι, σύμβολα και εικόνες των επουρανίων, συνεπάγεται ότι πρέπει να εκλαμβάνουμε πνευματικά τις γιορτές στον ουρανό και τα εκεί αληθινά «σάββατα» και τους εκεί «μήνες», «για τα οποία υπάρχει πολύς και δυσερμήνευτος λόγος», ο οποίος απαιτεί άφθονο χρόνο και ειδική πραγμάτευση. Όμως, όπως ακριβώς στην επίγεια Ιερουσαλήμ το μεγάλο πλήθος του έθνους κατοικούσε σε διάφορες πόλεις, ξεχωριστός όμως ήταν ο τόπος του αγιάσματος, όπου κατά καιρούς συγκεντρώνονταν όσοι κατοικούσαν στην υπόλοιπη χώρα για να τελέσουν τα της λατρείας του Θεού, έτσι συμβαίνει και με τη νοητή ουράνια πόλη και το εκεί ξεχωριστό αγίασμα, το οποίο δεν είναι βατό σε κανέναν παρά «μόνο στον αρχιερέα», δηλαδή στον Υιό του Θεού, στον οποίο και μόνο είναι θεμιτό να πλησιάζει τη θεότητα του Πατρός και να εισχωρεί στους ίδιους τους πατρικούς κόλπους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες