Ἡσαΐας μὲν γὰρ ὧδέ πή φησιν· «Ὃν τρόπον ἐὰν ἄνθρωπος καλαμᾶται ἐλαίαν, οὕτω καλαμήσονται αὐτούς, καὶ ἐὰν παύσηται ὁ τρυγητός, οὗτοι φωνῇ βοήσονται. Οἱ δὲ καταλειφθέντες ἐπὶ τῆς γῆς εὐφρανθήσονται ἅμα τῇ δόξῃ Κυρίου.» Καὶ πάλιν ἕτερος τῶν ἁγίων· «Φωτίζου, φησίν, Ἰερουσαλήμ· ἥκει γάρ σου τὸ φῶς, καὶ ἡ δόξα Κυρίου ἐπὶ σὲ ἀνατέταλκεν. Ἰδοὺ σκότος καὶ γνόφος καλύψει γῆν, ἐπὶ δὲ σὲ φανήσεται Κύριος, καὶ ἡ δόξα 〈αὐτοῦ〉 ἐπὶ σὲ ὀφθήσεται.» Ἰάκωβός γε μὴν ὁ αὐτοῦ μαθητής· «Ἀδελφοί, φησί, μὴ ἐν προσωποληψίαις ἔχετε τὴν πίστιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῆς δόξης.» Πέτρος δὲ αὖ ὁ θεσπέσιος· «Εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν Χριστῷ, μακάριοί ἐστε ὅτι τῆς δόξης καὶ τὸ τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα ἐφ᾽ ὑμᾶς ἀναπέπαυται.» Β— Ἅλις μὲν δὴ τῶν τοιούτων ἡμῖν, ὦ γενναῖε. Φράζε δὲ ὅπως πρὸς ἡμῶν νοεῖσθαι πρέπει τὸ περὶ Χριστοῦ γεγραμμένον· «Ὃς ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς σαρκὸς αὐτοῦ, δεήσεις τε καὶ ἱκετηρίας πρὸς τὸν δυνάμενον σώζειν αὐτὸν ἐκ θανάτου μετὰ κραυγῆς ἰσχυρᾶς καὶ δακρύων προσενέγκας, καὶ εἰσακουσθεὶς ἀπὸ τῆς εὐλαβείας, καίπερ ὢν Υἱός, ἔμαθεν ἀφ᾽ ὧν ἔπαθε τὴν ὑπακοήν, καὶ τελειωθεὶς ἐγένετο τοῖς ὑπακούουσιν αὐτῷ αἴτιος σωτηρίας ἀκαταλύτου.» Προσεποίσω δὲ κἀκεῖνο οἷς ἔφην, τὸ «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί με ἐγκατέλιπες;» Ἀπεοικότα γὰρ εἶναί φασι τὰ τοιάδε τῷ Θεῷ Λόγῳ, καὶ ἡττῆσθαι πολὺ τῆς ἐνούσης ὑπεροχῆς αὐτῷ [φαίην ἄν].
Μετάφραση
Διότι ο Ησαΐας λέγει κάπως έτσι: «Όπως εάν κάποιος άνθρωπος ραβδίζει την ελιά, έτσι θα τους ραβδίσουν, και εάν σταματήσει ο τρυγητός, αυτοί θα φωνάξουν δυνατά. Όσοι δε εναπομείνουν πάνω στη γη θα ευφρανθούν μαζί με τη δόξα του Κυρίου.» Και πάλι ένας άλλος από τους αγίους λέγει: «Φωτίζου, λέγει, Ιερουσαλήμ· διότι έρχεται το φως σου, και η δόξα του Κυρίου ανέτειλε πάνω σου. Ιδού, σκοτάδι και γνόφος θα καλύψει τη γη, αλλά πάνω σε σένα θα φανεί ο Κύριος, και η δόξα του θα εμφανιστεί σε εσένα.» Ο δε Ιάκωβος ο μαθητής του λέγει: «Αδελφοί, μην έχετε με προσωποληψίες την πίστη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού της δόξης.» Και πάλι ο θεσπέσιος Πέτρος: «Εάν ονειδίζεστε για τον Χριστό, είστε μακάριοι, διότι το Πνεύμα της δόξης και το Πνεύμα του Θεού αναπαύεται πάνω σας.» Β— Αρκετά όμως με αυτά για εμάς, ω γενναίε. Πες μου όμως πώς πρέπει να νοηθεί από εμάς αυτό που έχει γραφεί για τον Χριστό: «Ο οποίος στις ημέρες της σάρκας του, αφού πρόσφερε δεήσεις και ικεσίες προς εκείνον που μπορούσε να τον σώσει από τον θάνατο, με ισχυρή κραυγή και δάκρυα, και αφού εισακούσθηκε για την ευλάβειά του, αν και ήταν Υιός, έμαθε την υπακοή από αυτά που έπαθε, και αφού τελειώθηκε, έγινε σε αυτούς που τον υπακούν αίτιος ακατάλυτης σωτηρίας.» Θα προσθέσω δε σε αυτά που είπα και εκείνο: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» Διότι λένε ότι τέτοια πράγματα είναι αταίριαστα προς τον Θεό Λόγο, και ότι υπολείπονται πολύ από την ενυπάρχουσα σε αυτόν υπεροχή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες