Ἴσως δέ τις ἐπὶ τούτοις εὐλόγως ἀντιθήσει λέγων· Εἰ ὁ ὅρκος ἀπὸ ἀνθρώπων κεκώλυται, καὶ ἐν τῷ μὴ ὀμνύναι τις μιμεῖται τὸ Θεῖον, πῶς αὐτὸς ὁ Θεὸς ὀμνύναι λέγεται ἐν ταῖς θείαις Γραφαῖς; Καὶ γὰρ καὶ τῷ Ἀβραὰμ ὤμοσεν, ὥσπερ καὶ Μωσῆς μαρτυρεῖ, καὶ ἐν Ὕμνοις δὲ γέγραπται· «Ὤμοσε Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται· Σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.» Δόξει γὰρ ἢ ταῦτα μάχεσθαι τοῖς προλεχθεῖσιν, ἢ ἐκ τούτων ἐπιτρίβεσθαι τοὺς ἀνθρώπους εἰς ὅρκους. Ἀλλ᾽ οὐκ ἔστιν οὕτω· μὴ ταῦτά τις νομιζέτω. Θεὸς γὰρ κατ᾽ οὐδενὸς ὀμνύει. Πῶς γὰρ, αὐτὸς Κύριος καὶ ποιητὴς τῶν ἁπάντων ὑπάρχων; Ἀλλ᾽ εἰ χρὴ τἀληθῆ λέγειν, ὁ λόγος ὅρκος αὐτοῦ ἐστι, πληροφορῶν τοὺς ἀκούοντας, καὶ πίστιν ἑκάστῳ παρέχων, ὅτι ὃ ἐπηγγείλατο καὶ λαλεῖ, πάντως καὶ γενήσεται. Οὐ γὰρ ὡς ἄνθρωπος ὀμνύει Θεὸς, ἀλλ᾽ ἡμῖν ὁ λόγος αὐτοῦ ἀντὶ ὅρκου πρὸς ἀλήθειαν γίνεται. Ἀνθρώποις δὲ λαλῶν ὀμνύναι λέγεται, καὶ τοῦτο ἀνθρωπικώτερον λαλούντων τῶν ἁγίων· ἵνα ἀφ᾽ ὧν αὐτοὶ λέγοντες ἀξιοῦσιν, ἀπὸ τούτων αὐτοὶ πιστεύσωσι τῷ λαλοῦντι Θεῷ. Ὡς γὰρ ἀνθρώπων τὸν λόγον ὅρκος βεβαιοῖ, οὕτως ἃ λαλεῖ ὁ Θεὸς ἀνθ᾽ ὅρκου λογιζέσθω διὰ τὸ βέβαιον καὶ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ.
Μετάφραση
Ίσως, βέβαια, κάποιος να προβάλει σε αυτά τη λογική αντίρρηση, λέγοντας: Εάν ο όρκος έχει απαγορευτεί για τους ανθρώπους, και με το να μην ορκίζεται κανείς μιμείται το Θείο, πώς αναφέρεται στις θείες Γραφές ότι ο ίδιος ο Θεός ορκίζεται; Διότι και στον Αβραάμ ορκίστηκε, όπως μαρτυρεί ο Μωυσής, και στους Ύμνους έχει γραφτεί: «Ορκίστηκε ο Κύριος και δεν θα μεταμεληθεί: Εσύ είσαι ιερέας στον αιώνα κατά την τάξη του Μελχισεδέκ». Διότι θα φανεί είτε ότι αυτά έρχονται σε αντίθεση με όσα ελέχθησαν προηγουμένως, είτε ότι εξαιτίας αυτών οι άνθρωποι ωθούνται σε όρκους. Αλλά δεν έχουν έτσι τα πράγματα· ας μην τα νομίζει κανείς αυτά. Διότι ο Θεός δεν ορκίζεται σε τίποτα. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, εφόσον ο Ίδιος είναι Κύριος και Ποιητής των πάντων; Αλλά, αν πρέπει να πούμε την αλήθεια, ο λόγος Του είναι όρκος, ο οποίος βεβαιώνει αυτούς που ακούν και παρέχει πίστη στον καθένα, ότι αυτό που υποσχέθηκε και λέει, οπωσδήποτε και θα συμβεί. Διότι ο Θεός δεν ορκίζεται όπως ο άνθρωπος, αλλά για εμάς ο λόγος Του επέχει θέση όρκου ως προς την αλήθεια. Και όταν απευθύνεται σε ανθρώπους, λέγεται ότι ορκίζεται, και αυτό επειδή οι άγιοι εκφράζονται με πιο ανθρωποπαθή τρόπο· ώστε, μέσα από εκείνα που οι ίδιοι θεωρούν αξιόπιστα στους λόγους τους, μέσω αυτών ακριβώς να πιστέψουν στον Θεό που τους ομιλεί. Διότι, όπως ο όρκος επιβεβαιώνει τον λόγο των ανθρώπων, έτσι και όσα λέει ο Θεός ας λογίζονται αντί όρκου, εξαιτίας της βεβαιότητας και του αμετάθετου της βουλής Του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες