Ἑβραίοις δὲ δοκεῖ, καὶ εἶδος ἀμπέλου, ἤτ᾽ οὖν ὄνομα καλῆς καὶ εὐφορωτάτης διὰ τοῦ Σωρὴκ σημαίνεσθαι. «ᾨκοδόμησα δὲ, φησὶ, καὶ πύργον ἐν μέσῳ αὐτοῦ, καὶ προλήνιον ὤρυξα ἐν αὐτῷ.» Ἐγήγερται γὰρ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ὁ διαβόητος ἐκεῖνος νεὼς, οἷόν τις πύργος καὶ ἐνδιαίτημα Θεοῦ, καὶ μὴν ὤρυκται καὶ προλήνιον. Τέθειται δὲ θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ, καὶ κορβὰν, ὅ ἐστι γαζοφυλάκιον, ἐν ᾧ πᾶσα δωροφορία τῶν προσιόντων συνεκομίζετο. Ἐπειδὴ δὲ τὸν ἀμπελῶνα, φησὶν, εὖ ἔχοντα διὰ πάντων ἀπέφηνα, προσεδόκησα τοῦ ποιῆσαι σταφυλήν. Ὠόμην γὰρ, ᾠόμην, οὐχ ἕτερόν τι ποιήσειν αὐτὸν, ἢ τὸν εὐγενῆ τῆς ἀμπέλου καρπόν· ἐποίησε δὲ ἀκάνθας. Οὐκοῦν ἡμάρτηκε τῆς ἐλπίδος, ἐψεύσατο δὲ, καὶ ἀκάνθας τέτοκεν ἀντὶ βοτρύων ὁ Ἰσραήλ. Οὐ γάρ τοι γέγονε νομοφύλαξ, οὐδὲ τοῖς τῆς ἐπιεικείας κατεκαλλύνθη καρποῖς, ἀλλ᾽ ἐξώκειλεν ἀλλοτρόπως, καὶ πεποίηκεν ἀκάνθας, τοῦτ᾽ ἔστιν, ἔργα πυρὸς, ἤγουν ὅσα πλήττει τοὺς ἐπαφωμένους καὶ προσεγγίζοντας. Λυπεῖ δὲ Θεὸν ἥπερ ἂν γένοιτο παρ᾽ ἡμῶν ἁμαρτία, καὶ ὅπερ ἐστὶ παρ᾽ ἡμῖν ἡ ἄκανθα, τοῦτο καὶ παρ᾽ αὐτῷ φαυλότητος τρόπος. Ἀλλ᾽ ὡς ὁ μακάριος γράφει Παῦλος· «Γῆ μὲν ἡ πιοῦσα τὸν ἐπ᾽ αὐτῆς ἐρχόμενον πολλάκις ὑετὸν, καὶ τίκτουσα βοτάνην εὔθετον ἐκείνοις, δι᾽ οὓς καὶ γεωργεῖται, μεταλαμβάνει εὐλογίας ἀπὸ Θεοῦ.
Μετάφραση
Στους Εβραίους βέβαια φαίνεται ότι με τη λέξη Σωρήκ υποδηλώνεται ένα είδος αμπέλου, ή μάλλον ένα όνομα καλής και πολυφορότατης αμπέλου. «Και οικοδόμησα, λέει, πύργο στη μέση του, και έσκαψα σε αυτό προλήνιο.» Διότι ανεγέρθηκε στα Ιεροσόλυμα εκείνος ο περίφημος ναός, σαν κάποιος πύργος και κατοικία του Θεού, και βέβαια έχει σκαφτεί και προλήνιο. Και έχει τοποθετηθεί σε αυτόν θυσιαστήριο, και κορβάν, που είναι το γαζοφυλάκιο, στο οποίο συγκεντρωνόταν κάθε δωροφορία εκείνων που προσέρχονταν. Επειδή δε, λέει, κατέστησα τον αμπελώνα άρτιο από κάθε άποψη, περίμενα να κάνει σταφύλια. Διότι νόμιζα, νόμιζα, ότι δεν θα κάνει τίποτα άλλο, παρά τον ευγενή καρπό της αμπέλου· αλλά έκανε αγκάθια. Επομένως, απέτυχε η ελπίδα, και διαψεύστηκε, και ο Ισραήλ γέννησε αγκάθια αντί για τσαμπιά. Διότι δεν έγινε τηρητής του νόμου, ούτε στολίστηκε με τους καρπούς της επιείκειας, αλλά εξόκειλε με άλλον τρόπο, και έκανε αγκάθια, δηλαδή έργα της φωτιάς, με άλλα λόγια όσα πληγώνουν εκείνους που τα αγγίζουν και τα πλησιάζουν. Λυπεί δε τον Θεό η αμαρτία που προέρχεται από εμάς, και ό,τι είναι για εμάς το αγκάθι, αυτό είναι και για Εκείνον ο τρόπος της φαυλότητας. Αλλά όπως γράφει ο μακάριος Παύλος: «Η γη που πίνει τη βροχή η οποία πέφτει συχνά πάνω της, και παράγει βλάστηση χρήσιμη σε εκείνους για τους οποίους και καλλιεργείται, μεταλαμβάνει ευλογία από τον Θεό.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες