Οὐκοῦν ἐν Χριστῷ τὸ τῆς ἑνώσεως ἀγαθὸν τῆς πρὸς Θεὸν καὶ Πατέρα κεκερδήκαμεν, καὶ μένει πάντως ἐν ἡμῖν, τὸ οὕτω λαμπρὸν καὶ περιφανὲς ἀγλαΐσμα τετηρηκόσι τὴν παῤῥησίαν καὶ τὸ καύχημα τῆς ἐλπίδος, καὶ πρός γε τούτοις πιστεύουσιν οὐχ ὅτι παρὰ τὸν ἐκ Θεοῦ Πατρὸς ἕτερός ἐστιν ἰδικῶς τε καὶ ἀνὰ μέρος υἱὸς ὁ ἐκ τῆς ἁγίας παρθένου γεγενημένος ναὸς, ἀλλ᾽ ὅτι γέγονε μὲν κατὰ τὰς γραφὰς, “σὰρξ ”ὁ Λόγος καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν,” οὐ πέπαυται δὲ τοῦ εἶναι Θεὸς, ἀλλ᾽ ἔστιν Υἱὸς εἷς καὶ Κύριος εἷς Ἰησοῦς ὁ Χριστός. <Καὶ διικνούμενος ἄχρι μερισμοῦ.> Τὸ γεμήν Διικνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς καὶ πνεύματος ἔστι καὶ οὕτως νοῆσαι, ὅτι τὸ παρὰ Θεοῦ κήρυγμα διαιρεῖ καὶ μερίζει τὰ τῆς ψυχῆς μέρη, δεκτικὴν ποιοῦν καὶ χωρητικὴν τῶν ἀκουομένων. <Γῆ ἐκφέρουσα ἀκάνθας.> Ἣ γεμὴν ῥᾴθυμος ψυχὴ παρεικάζοιτο ἂν εἰκότως γῇ πονηρᾷ καὶ ἁλμάδι, δεχομένῃ μὲν πολλάκις παρὰ τῶν γηπονεῖν εἰωθότων τὰς τῶν σπερμάτων καταβολὰς, τικτούσῃ δὲ τὸ σύμπαν οὐδέν· εἰς ποῖον δὲ αὐτῇ τέλος ἡ ῥᾳθυμία ἐκβήσεται, ἄπρακτον ἀποφηνάσῃ τὴν δοθεῖσαν αὐτῇ παρὰ τοῦ Θεοῦ δωρεὰν, διδάξει λέγων ὁ Παῦλος, ὅτι τὸ τέλος αὐτῆς εἰς καῦσιν. βούλει καὶ διὰ πραγμάτων τὸ εἰρημένον ἰδεῖν ἀληθές;
Μετάφραση
Επομένως, εν Χριστώ έχουμε κερδίσει το αγαθό της ενώσεως με τον Θεό και Πατέρα, και παραμένει οπωσδήποτε μέσα μας, εφόσον διατηρήσουμε την παρρησία και το καύχημα της ελπίδας ως ένα τόσο λαμπρό και περίδοξο στολίδι, και επιπλέον εφόσον πιστεύουμε όχι ότι ο ναός (το σώμα) που γεννήθηκε από την αγία Παρθένο είναι κάποιος άλλος υιός, ξεχωριστός και μερικός, σε σχέση με αυτόν που προέρχεται εκ του Θεού Πατρός, αλλά ότι ο Λόγος έγινε μεν σύμφωνα με τις Γραφές «σάρκα και εσκήνωσε ανάμεσά μας», δεν έπαψε όμως να είναι Θεός, αλλά είναι ένας Υιός και ένας Κύριος, ο Ιησούς Χριστός. <Και εισχωρεί μέχρι μερισμού.> Το δε «εισχωρεί μέχρι μερισμού ψυχής και πνεύματος» μπορεί να νοηθεί και ως εξής: ότι το κήρυγμα του Θεού διαιρεί και μερίζει τα μέρη της ψυχής, καθιστώντας την δεκτική και ικανή να χωρέσει αυτά που ακούγονται. <Γη που βγάζει αγκάθια.> Η ράθυμη πάλι ψυχή θα μπορούσε εύλογα να παρομοιαστεί με γη κακή και αλμυρή, η οποία, αν και δέχεται πολλές φορές τις σπορές από εκείνους που συνηθίζουν να καλλιεργούν, δεν γεννά απολύτως τίποτα· το σε ποιο τέλος θα καταλήξει η ραθυμία της, εφόσον κατέστησε άπρακτη τη δωρεά που της δόθηκε από τον Θεό, θα το διδάξει ο Παύλος λέγοντας ότι το τέλος της είναι η καύση. Θέλεις να δεις και από τα ίδια τα πράγματα ότι αυτό που ειπώθηκε είναι αληθές;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες