Ἀγωνίζεται τοίνυν νομομαθὴς ὢν ὁ Παῦλος, καὶ πειρᾶται πληροφορεῖν, ἀπό τε τοῦ εἰκότος, καὶ μέντοι καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς, ὅτι καὶ νόμου καινότης, καὶ ἱερωσύνης αὐτῆς προανεφωνεῖτο μετάθεσις· καὶ προανέλαμψεν ἐν τύποις ἡ ἑκατέρου δήλωσις. Δέχεται δὴ οὖν οὐκ ἐκ φυλῆς ὄντα Λευϊτικῆς τὸν Μελχισεδὲκ, εἶτα δείκνυσιν ἱερέα μὲν ὄντα τοῦ ὑψίστου Θεοῦ, προσάγοντα δὲ καὶ ἄρτους καὶ οἶνον, ἔφη τε οὕτω περὶ αὐτοῦ· «Θεωρεῖτε δὲ πηλίκος οὗτος, ᾧ καὶ δεκάτην Ἀβραὰμ ἔδωκεν ἐκ τῶν ἀκροθινίων ὁ πατριάρχης. Καὶ οἱ μὲν ἐκ τῶν υἱῶν Λευῒ τὴν ἱερατείαν λαμβάνοντες, ἐντολὴν ἔχουσιν ἀποδεκατοῦν τὸν λαὸν κατὰ τὸν νόμον, τουτέστι, τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν, καίπερ ἐξεληλυθότας ἐκ τῆς ὀσφύος Ἀβραάμ. Ὁ δὲ μὴ γενεαλογούμενος ἐξ αὐτῶν, δεδεκάτωκε τὸν Ἀβραὰμ, καὶ τὸν ἔχοντα τὰς ἐπαγγελίας εὐλόγηκε· χωρὶς δὲ πάσης ἀντιλογίας τὸ ἔλαττον ὑπὸ τοῦ κρείττονος εὐλογεῖται.» Ἀλλ᾽ οὐκ ἐν τῇ φύσει τὴν ὑπεροχὴν τῷ Μελχισεδὲκ, ἀλλ᾽ ἔν γε τῷ τρόπῳ τῆς ἱερωσύνης ἐνεῖναί φαμεν, οὐκ ἀνανεύοντος τοῦ προπάτορος Ἀβραὰμ, ἀπονέμοντος δὲ ὥσπερ τὸ προὔχειν αὐτῷ, δι᾽ ὧν ἔγνω τιμᾷν, καὶ αὐταῖς ταῖς τῶν δεκατῶν προσαγωγαῖς. Ἀποδεκατοῦσι μὲν γὰρ οἱ ἐξ αἵματος Λευῒ τὸν λαὸν, καίπερ ὄντας ἀδελφούς· ὁ δὲ μὴ γενεαλογούμενος ἐξ αὐτῶν, τουτέστιν, ὁ Μελχισεδὲκ (οὐ γὰρ ἦν ἐκ φυλῆς Λευΐ), δεδεκάτωκε τὸν Ἀβραὰμ, καὶ εὐλόγηκε.
Μετάφραση
Αγωνίζεται, λοιπόν, ο Παύλος, όντας νομομαθής, και προσπαθεί να βεβαιώσει, τόσο από την κοινή λογική, όσο βέβαια και από την ίδια τη θεόπνευστη Γραφή, ότι προαναγγελλόταν και η καινοτομία του νόμου και η μετάθεση της ίδιας της ιερωσύνης· και η φανέρωση και των δύο προέλαμψε μέσω τύπων. Δέχεται, λοιπόν, τον Μελχισεδέκ, ο οποίος δεν προερχόταν από τη Λευιτική φυλή, και έπειτα τον παρουσιάζει ως ιερέα του ύψιστου Θεού, ο οποίος προσφέρει άρτους και οίνο, και είπε τα εξής γι' αυτόν: «Αναλογιστείτε πόσο σπουδαίος είναι αυτός, στον οποίο ο πατριάρχης Αβραάμ έδωσε το ένα δέκατο από τα εκλεκτότερα λάφυρα. Και βέβαια εκείνοι από τους υιούς του Λευί που λαμβάνουν το ιερατικό αξίωμα έχουν εντολή σύμφωνα με τον νόμο να εισπράττουν το δέκατο από τον λαό, δηλαδή από τους αδελφούς τους, αν και αυτοί προέρχονται από τη γενεά του Αβραάμ. Αυτός όμως, ο οποίος δεν γενεαλογείται από τη δική τους σειρά, εισέπραξε το δέκατο από τον Αβραάμ και ευλόγησε εκείνον που είχε τις επαγγελίες· και αναντίρρητα το κατώτερο ευλογείται από το ανώτερο». Εμείς όμως λέμε ότι η υπεροχή του Μελχισεδέκ δεν έγκειται στη φύση του, αλλά ακριβώς στο είδος της ιερωσύνης του, ενώ ο προπάτορας Αβραάμ δεν αρνείται, αλλά αναγνωρίζει κατά κάποιον τρόπο την ανωτερότητά του μέσω όσων θεώρησε σωστό να του προσφέρει ως τιμή, ακόμη και με την προσφορά των δεκάτων. Διότι εκείνοι που προέρχονται από το αίμα του Λευί εισπράττουν το δέκατο από τον λαό, αν και είναι αδελφοί τους· ενώ αυτός που δεν γενεαλογείται από αυτούς, δηλαδή ο Μελχισεδέκ (επειδή δεν προερχόταν από τη φυλή του Λευί), εισέπραξε το δέκατο από τον Αβραάμ και τον ευλόγησε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες