Ἄρα οὖν ἀπολείπεται ἕτερος σαββατισμὸς καὶ ἑτέρα κατάπαυσις, ἥτις ἐστὶν εἰς Χριστὸν πίστις, καθὼς λέγει Κύριος διὰ Ἱερεμίου τοῦ προφήτου· «Ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται καὶ διαθήσομαι τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ καὶ τῷ οἴκῳ Ἰούδα διαθήκην καινήν·» ἐν τῷ λέγειν καινὴν, πεπαλαίωκε τὴν πρώτην· «Οὐ κατὰ τὴν διαθήκην ἣν διεθέμην τοῖς πατράσιν αὐτῶν ἐν ἡμέρᾳ ἐπιλαβομένου μου τῆς χειρὸς αὐτοῦ ἐξαγαγεῖν αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ὅτι αὐτοὶ οὐκ ἐνέμειναν τὴν διαθήκην μου· καὶ ἐγὼ ἠμέλησα αὐτοὺς, φησὶ Κύριος, ὅτι αὔτη ἡ διαθήκη ἣν διαθήσομαι τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ, διδοὺς νόμους μου εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ καρδίαν αὐτῶν ἐπιγράψω αὐτούς· καὶ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεὸν, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι εἰς λαόν.» —«Ἄρα οὖν ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δ’ ἀκοὴ διὰ ῥήματος Θεοῦ·» δεῖ γὰρ πρῶτον ἀκοῦσαι, εἶτα ἐν διανοίᾳ καὶ ἐν τῇ καρδίᾳ δέξασθαι τοῦ Θεοῦ ῥήματα καὶ πιστεῦσαι· καθάπερ καί· «Ἀβραὰμ ἐπίστευσε τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην.» —«Διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ.» —«Ὅσοι γὰρ ἐξ ἔργων νόμου εἰσὶν, ὑπὸ κατάραν εἰσί· γέγραπται γάρ· Ἐπικατάρατος ὃς οὐκ ἐμμένει ἐν πᾶσι τοῖς γεγραμμένοις ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ νόμου τοῦ ποιῆσαι αὐτά·» ὅτι δὲ ἐν νόμῳ οὐδεὶς δικαιοῦται παρὰ τῷ Θεῷ, δῆλον ὅτι ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται ἐν αὐτοῖς· ὁ δὲ Ἀβραὰμ ἐπίστευσε τῷ Θεῷ καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην· προϊδοῦσα δὲ ἡ Γραφὴ ὅτι ἐκ πίστεως δικαιοῖ τὰ ἔθνη ὁ Θεὸς, προευηγγελίσατο τῷ Ἀβραάμ.
Μετάφραση
Άρα λοιπόν απομένει άλλος σαββατισμός και άλλη κατάπαυση, η οποία είναι η πίστη στον Χριστό, καθώς λέγει ο Κύριος διά του προφήτη Ιερεμία: «Ιδού, έρχονται ημέρες, και θα συνάψω με τον οίκο Ισραήλ και με τον οίκο Ιούδα νέα διαθήκη». Με το να λέγει «νέα», έχει παλαιώσει την πρώτη. «Όχι κατά τη διαθήκη που έκανα με τους πατέρες τους την ημέρα που τους έπιασα από το χέρι για να τους βγάλω από τη γη της Αιγύπτου· επειδή αυτοί δεν έμειναν στη διαθήκη μου, κι εγώ τους εγκατέλειψα, λέγει ο Κύριος. Διότι αυτή είναι η διαθήκη που θα συνάψω με τον οίκο Ισραήλ: θα βάλω τους νόμους μου στη διάνοιά τους και θα τους γράψω επάνω στις καρδιές τους· και θα είμαι γι’ αυτούς Θεός, και αυτοί θα είναι για μένα λαός». — «Άρα λοιπόν η πίστη προέρχεται από την ακοή, και η ακοή διά του λόγου του Θεού». Διότι πρέπει πρώτα να ακούσει κανείς, έπειτα να δεχθεί στη διάνοια και στην καρδιά τα ρήματα του Θεού και να πιστεύσει· όπως και: «Ο Αβραάμ πίστεψε στον Θεό, και αυτό λογαριάσθηκε σ’ αυτόν ως δικαιοσύνη». — «Διότι από έργα νόμου δεν θα δικαιωθεί καμιά σάρκα». — «Διότι όσοι στηρίζονται σε έργα νόμου, βρίσκονται κάτω από κατάρα· επειδή είναι γραμμένο: Καταραμένος είναι όποιος δεν εμμένει σε όλα όσα είναι γραμμένα στο βιβλίο του νόμου, ώστε να τα πράξει». Ότι δε με τον νόμο κανείς δεν δικαιώνεται ενώπιον του Θεού, είναι φανερό· διότι «ο δίκαιος θα ζήσει από την πίστη». Και ο Αβραάμ πίστεψε στον Θεό και αυτό λογαριάσθηκε σ’ αυτόν ως δικαιοσύνη. Η δε Γραφή, προϊδούσα ότι ο Θεός δικαιώνει τα έθνη από την πίστη, προευαγγελίσθηκε τούτο στον Αβραάμ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες