Τὸ καταργεῖσθαι θάνατον ἐν θανάτῳ Χριστοῦ, καὶ πρός γε τούτῳ τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὸν τῆς ἁμαρτίας εὑρετὴν καὶ τεχνίτην ἐν ἀρχαῖς, καὶ δι᾽ αἵματος τοῦ ἁγίου τὴν ἁπάντων γενέσθαι λύτρωσιν. Καὶ γοῦν ὁ θεσπέσιος Παῦλος ἐπιστέλλει πάλιν ὡδὶ περὶ τοῦ Υἱοῦ· «Καὶ διὰ τοῦτο Διαθήκης Καινῆς μεσίτης ἐστίν, ὅπως θανάτου γενομένου εἰς ἀπολύτρωσιν τῶν ἐπὶ τῇ πρώτῃ Διαθήκῃ παραβάσεων, τὴν ἐπαγγελίαν λάβωσιν οἱ κεκλημένοι τῆς αἰωνίου κληρονομίας. Διαθήκη γὰρ ἐπὶ νεκροῖς βεβαία, ἐπεὶ μή ποτε ἰσχύει· ἕως ἂν ζῇ ὁ διατιθέμενος.» Τεθνάναι δὲ εἴπερ ἔδει τὸν Υἱὸν πρὸς τὴν τῆς οἰκονομίας κατόρθωσιν, οὐκ ὄντος ἀσυντελοῦς τοῦ δεῖν ἑλέσθαι τὸν θάνατον, πῶς οὐκ ἀναγκαῖον καὶ χρειῶδες ἦν αὐτῷ καὶ εἰς τὴν τοῦ θανάτου δεκτικὴν καθικέσθαι φύσιν, ἧς ἂν εἴη καὶ τὸ ἐν λόγοις σμικροπρεπὲς οὐκ ἀπόβλητον τῷ γε ἅπαξ αὐτὴν ἑλομένῳ παθεῖν; Μῶν εἶναί σοι δοκεῖ θρασὺς ἢ ἐξίτηλος ὁ ἔν γε τουτοισὶ λόγος, ἢ πρὸς ἡντιναοῦν ἀποκλίνων ἀναισχυντίαν; Β. Οὐδαμῶς. Α. Ἦν μὲν γὰρ καὶ ἔστιν ὁ Λόγος, καὶ ἐν σαρκὶ γεγονώς, ὅσα καὶ πρὸ σαρκός· ἃ δέ γε προσειληφὼς ὁρᾶται διὰ τὴν σάρκα οὐκ ἦν ἐν ἀρχαῖς. Β. Οἷον δή τί· βαθὺς γὰρ ὁ λόγος, καὶ οὐ πρόχειρος ἑλεῖν. Α. Οὐ γάρ, ὦ φιλότης, Θεὸς ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν; Οὐχὶ δὲ «φῶς ἦν τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον;»
Μετάφραση
Το να καταργείται ο θάνατος με τον θάνατο του Χριστού, και επιπροσθέτως η αμαρτία και εκείνος που εξαρχής εφηύρε και μηχανεύτηκε την αμαρτία, και διά του αγίου αίματος να γίνεται η απολύτρωση όλων. Και βέβαια ο θεσπέσιος Παύλος γράφει πάλι τα εξής για τον Υιό: «Και γι' αυτό είναι μεσίτης της Καινής Διαθήκης, ώστε, εφόσον επήλθε θάνατος για την απολύτρωση των παραβάσεων επί της πρώτης Διαθήκης, να λάβουν οι προσκεκλημένοι την υπόσχεση της αιώνιας κληρονομιάς. Διότι μια διαθήκη είναι έγκυρη όταν υπάρχουν νεκροί, επειδή ποτέ δεν ισχύει όσο ζει ο διαθέτης.» Εάν λοιπόν έπρεπε να πεθάνει ο Υιός για την επίτευξη της θείας οικονομίας, αφού το να επιλέξει τον θάνατο δεν ήταν ανώφελο, πώς δεν ήταν αναγκαίο και απαραίτητο για αυτόν να συγκαταβεί στη φύση που επιδέχεται τον θάνατο, της οποίας ακόμη και η λεκτική ταπεινότητα δεν είναι απορριπτέα από εκείνον που άπαξ επέλεξε να πάθει σε αυτήν; Μήπως σου φαίνεται ότι ο λόγος σε αυτά είναι θρασύς ή σαθρός, ή ότι αποκλίνει προς οποιαδήποτε αναίδεια; Β. Καθόλου. Α. Διότι ο Λόγος, αν και έλαβε σάρκα, ήταν και παραμένει όσα ήταν και προ της σαρκώσεως· ενώ εκείνα τα οποία φαίνεται ότι προσέλαβε λόγω της σαρκός δεν τα είχε εξαρχής. Β. Όπως για παράδειγμα τι; Διότι ο λόγος είναι βαθύς και δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί. Α. Μήπως, φίλε μου, δεν ήταν Θεός ο Λόγος, και ο Λόγος δεν ήταν προς τον Θεό; Και δεν ήταν «το φως το αληθινό, που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες