Καὶ σὺ πολλοῖς ἔτεσι κατέσχες τὰ τοῦ κληρονόμου ὑπάρχοντα καὶ οὐδὲν αὐτῷ προσήνεγκας. Ἀπέστειλε δούλους ζητοῦντας, οὐκ ἀπαιτοῦντας, τοὺς καρπούς· ὡς φίλοι ἐζήτησαν, ὡς ἐχθροὶ ἐφονεύθησαν. Αὐτὸς ἦλθεν ὁ κληρονόμος, οὐκ ὀργιζόμενος, ἀλλ᾽ ἀγαθυνόμενος, οὐ τοὺς φονευθέντας ἐκδικῶν, ἀλλὰ τοὺς φονεύσαντας σωθῆναι παρακαλῶν, οὐχ ὡς κριτὴς ἐκδικῶν, ἀλλ᾽ ὡς ἱερεὺς νουθετῶν. Αὐτὸς εἶπεν· 〈Οὐκ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσω τὸν κόσμον.〉 Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ καὶ αὐτὸν τὸν κληρονόμον ἀπέκτεινας καὶ κληρονομεῖν ἐνόμισας, μάθε ὅτι ἀνέστη ὁ κληρονόμος καὶ τὴν κληρονομίαν εἰς τὴν ἐξ ἐθνῶν ἐκκλησίαν μετήγαγεν. 〈Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῆς κληρονομούσης.〉 Καὶ διὰ τί 〈Εἰς τὸ τέλος;〉 Ἐπειδὴ πᾶσα κληρονομία μετὰ τὸ τέλος καὶ τὴν τελευτὴν τοῦ διατιθεμένου εἰς τοὺς κληρονόμους περιέρχεται. Λέγει ὁ ἀπόστολος· 〈Διαθήκη γὰρ ἐπὶ νεκροῖς βεβαία, ἐπεὶ μήποτε ἰσχύει ὅτε ζῇ ὁ διαθέμενος.〉 Ἐπεὶ οὖν διέθετο τῇ ἐκκλησίᾳ ὁ Χριστὸς καὶ διαθήκην αὐτῇ ἔγραψε τὸ εὐαγγέλιον καὶ κληρονομίαν αὐτῇ τὴν βασιλείαν ἐπηγγείλατο καὶ ἐτελεύτησε καὶ ἐτάφη, καὶ ἡ διαθήκη ἐβεβαιώθη τῆς κληρονομούσης. Τί εἶπε· 〈Ψαλμὸς τῷ Δαυίδ;〉 Εὐθυμίας καὶ χαρᾶς λόγος τῷ Δαυὶδ ἐπὶ τῇ κληρονομίᾳ τῆς ἐκκλησίας· 〈Εὐθυμεῖ τις; ψαλλέτω.〉 Πολλὰ προεφήτευσεν ὑπὲρ τῆς ἐξ ἐθνῶν ἐκκλησίας, καὶ ἰδὼν τὸ πέρας ἐχάρη· 〈Πάντα τὰ ἔθνη, κροτήσατε χεῖρας.
Μετάφραση
Και εσύ για πολλά χρόνια κράτησες τα υπάρχοντα του κληρονόμου και τίποτα δεν του πρόσφερες. Έστειλε δούλους για να ζητήσουν, όχι για να απαιτήσουν, τους καρπούς. ως φίλοι ζήτησαν, ως εχθροί φονεύθηκαν. Ήρθε ο ίδιος ο κληρονόμος, χωρίς να οργίζεται, αλλά δείχνοντας αγαθότητα, χωρίς να εκδικείται για όσους φονεύθηκαν, αλλά παρακαλώντας να σωθούν αυτοί που τους φόνευσαν, όχι εκδικούμενος ως κριτής, αλλά νουθετώντας ως ιερέας. Ο ίδιος είπε: «Δεν ήρθα για να κρίνω τον κόσμο, αλλά για να σώσω τον κόσμο». Αλλά επειδή και αυτόν τον ίδιο τον κληρονόμο τον σκότωσες και νόμισες ότι θα κληρονομήσεις, μάθε ότι αναστήθηκε ο κληρονόμος και μετέφερε την κληρονομιά στην Εκκλησία των εθνών. «Εις το τέλος, υπέρ της κληρονομούσης». Και γιατί «Εις το τέλος»; Επειδή κάθε κληρονομιά, μετά το τέλος και τον θάνατο αυτού που συντάσσει τη διαθήκη, περιέρχεται στους κληρονόμους. Λέει ο απόστολος: «Διότι η διαθήκη είναι έγκυρη σε περίπτωση θανάτου, επειδή ποτέ δεν ισχύει όσο ζει αυτός που τη συνέταξε». Επειδή λοιπόν ο Χριστός διέθεσε στην Εκκλησία και της έγραψε ως διαθήκη το Ευαγγέλιο και της υποσχέθηκε ως κληρονομιά τη Βασιλεία, και πέθανε και ετάφη, έτσι και η διαθήκη επικυρώθηκε υπέρ εκείνης που την κληρονομεί. Τι είπε; «Ψαλμός στον Δαβίδ». Είναι λόγος ευθυμίας και χαράς για τον Δαβίδ σχετικά με την κληρονομιά της Εκκλησίας. «Ευθυμεί κανείς; Ας ψάλλει». Πολλά προφήτευσε υπέρ της Εκκλησίας των εθνών, και βλέποντας την εκπλήρωση χάρηκε: «Όλα τα έθνη, κροτήστε τα χέρια σας».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες