κεκένωκε γὰρ ἑαυτὸν ἑκὼν, γενόμενος ἄνθρωπος, ὁ μονογενὴς τοῦ Θεοῦ Λόγος· ὑπέμεινε δὲ καὶ σταυρὸν, αἰσχύνης καταφρονήσας, καὶ τέθεικε τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν τῆς ἁπάντων ζωῆς ἀντάλλαγμα, καὶ κατεκτήσατο τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ τὴν ὑπ᾽ οὐρανὸν ἐν αἵματι διαθήκης αἰωνίου, ἧς ἦν τύπος τὸ διὰ τοῦ πανσόφου Μωυσέως τοῖς ἀρχαιοτέροις ἐπιῤῥανθέν. λαβὼν γὰρ, φησὶ, Μωυσῆς τὸ αἷμα, “αὐτό τε τὸ βιβλίον καὶ πάντα τὸν λαὸν ”ἐῤῥάντισε, λέγων Τοῦτο τὸ αἷμα τῆς διαθήκης ἧς διέθετο “πρὸς ὑμᾶς ὁ Θεός.” ἀλλ᾽ ἐκεῖνα μὲν τύποι, καὶ τῆς ἀληθείας μόρφωσις ἦν· αὕτη δὲ λοιπὸν ἡ ἀλήθεια Χριστὸς, ὁ πάντας ἡμᾶς ἀγοράσας ἐν αἵματι διαθήκης. ἐκλελυτρώμεθα γὰρ ὡς ὁ αὐτοῦ φησι μαθητὴς “οὐ φθαρτοῖς ἀργυρίῳ ἢ χρυσίῳ, ”ἀλλὰ τιμίῳ αἵματι ὡς ἀμνοῦ ἀμώμου καὶ ἀσπίλου Χρι- “στοῦ.” σὺ τοίνυν, φησὶν, ὦ δικαιότατε καὶ πραότατε βασιλεῦ, ἐν αἵματι διαθήκης τοὺς σοὺς γεγονότας δεσμίους· τουτέστιν οὓς δεσμοῖς ἀγάπης κατέσφιγξας, καὶ ταῖς σαῖς ζεύγλαις ὑπενεγκεῖν καὶ ἐγκαταδῆσαι σαφῶς τὸν τῆς διανοίας πέπεικας αὐχένα· ἐξαπέστειλας, τουτέστιν ἐξεκόμισας ἤγουν ἐξήγαγες ἢ ἀνήνεγκας ἐκ λάκκου οὐκ ἔχοντος ὕδωρ· σημαίνειν δὲ διὰ τούτου φαμὲν αὐτὸν ἢ τὸν ᾅδην, τὸν οὐκ ἔχοντα ζωήν· ἐκδεξόμεθα γὰρ εἰς τύπον ζωῆς τὸ ὕδωρ, καὶ γάρ ἐστι ζωοποιόν· ἤγουν λάκκον καταλογιούμεθα, καὶ μάλα ὀρθῶς, τὴν ἐπί γε τοῖς ψευδωνύμοις θεοῖς ἀπάτην.
Μετάφραση
Διότι ο μονογενής Λόγος του Θεού εκένωσε θεληματικά τον εαυτό του, γινόμενος άνθρωπος· υπέμεινε δε και τον σταυρό, καταφρονώντας την ντροπή, και έδωσε την ψυχή του ως αντάλλαγμα για τη ζωή όλων, και απέκτησε για τον Θεό και Πατέρα την υφήλιο με το αίμα της αιώνιας διαθήκης, της οποίας τύπος ήταν αυτό που ραντίστηκε στους παλαιότερους μέσω του πάνσοφου Μωυσή. Διότι, όπως λέει, αφού ο Μωυσής πήρε το αίμα, ράντισε «και το ίδιο το βιβλίο και όλο τον λαό», λέγοντας: «Αυτό είναι το αίμα της διαθήκης που συνήψε ο Θεός με εσάς». Αλλά εκείνα μεν ήταν τύποι και διαμόρφωση της αλήθειας· τώρα πλέον η αλήθεια είναι ο Χριστός, ο οποίος μας αγόρασε όλους με το αίμα της διαθήκης. Διότι έχουμε λυτρωθεί, όπως λέει ο μαθητής του, «όχι με φθαρτά, με ασήμι ή χρυσάφι, αλλά με το τίμιο αίμα του Χριστού, ως αμνού άμωμου και άσπιλου». Εσύ λοιπόν, λέει, ω δικαιότατε και πραότατε βασιλιά, με το αίμα της διαθήκης, αυτούς που έγιναν δικοί σου δέσμιοι· δηλαδή αυτούς που έσφιξες με τα δεσμά της αγάπης, και έπεισες να υποβάλουν και να δέσουν ξεκάθαρα τον αυχένα της διάνοιάς τους στους δικούς σου ζυγούς· τους εξαπέστειλας, δηλαδή τους έβγαλες έξω, ή τους εξήγαγες ή τους ανέσυρες από τον λάκκο που δεν έχει νερό. Και λέμε ότι με αυτό υποδηλώνει είτε τον άδη, που δεν έχει ζωή· διότι εκλαμβάνουμε το νερό ως τύπο της ζωής, επειδή είναι ζωοποιό· είτε, και πολύ σωστά, θεωρούμε ως λάκκο την απάτη των ψευδώνυμων θεών.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες