ὅτι ἤλπισας ἐν τοῖς ἁρμασί σου, ἐν πλήθει δυνάμεώς σου, καὶ ἐξαναστήσεται ἀπώλεια ἐν τῷ λαῷ σου, καὶ πάντα τὰ περιτετειχισμένα σου οἰχήσεται.> Αἰτιᾶται πάλιν, ὡς ἀπό γε τῆς εἰς τὸ φαῦλον ἡδονῆς ἐφ᾽ οἷς ἥκιστα ἐχρῆν κατηρεμεῖν ἑλομένους, ἀβουλότατά τε σεσιγηκότας, ἐφ᾽ οἷς ἦν εἰκὸς οὐ μετρίως λυπεῖσθαι Θεόν. δέον γὰρ, φησὶ, παντὶ σθένει διωθουμένους τὴν εἰς ἐμὲ δυσσέβειαν καὶ τοῖς τὰ αἰσχρὰ συμβουλεύουσι ἐπιτιμᾶν, τοῦτό τε δρῶντας ἐν παντὶ γενέσθαι καλῷ, σεσιγήκασι, παρεδέξαντο τοὺς τῆς πλανήσεως τρόπους· οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς ὁ τοῖς ἐκεῖνα καινοτομοῦσιν ἀνθεστηκώς, οὐκ ἀντιτιθεὶς τὰ ἐκ νόμου, καὶ εἰς ἀνάμνησιν ἀποφέρων τῶν τεθεσπισμένων. γέγραπται γάρ “Οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ”ἐμοῦ·” καὶ πάλιν “Οὐ ποιήσεις σαυτῷ εἴδωλον.” ἀλλ᾽ ὀλίγος αὐτοῖς παντελῶς ὁ περὶ τούτων ἦν λόγος. σεσιγήκασι γὰρ, τιμῶντες τὴν ἀσέβειαν, τουτέστι τὴν ἀπόστασιν. οὐκοῦν τετρυγήκασι τοὺς τῆς εἰς τοῦτο λοιπὸν ἀδικίας καρποὺς, κατεδηδόκασι καρπὸν ψευδῆ, τουτέστιν, ἀθρανῆ τε καὶ ἀνόνητον ἐσχήκασι τὴν ἐλπίδα. καρπὸς μὲν γὰρ ὁ ἀληθινὸς, ὁ σώζειν τε καὶ ὠφελεῖν δυνάμενος, ἡ εἰς Θεὸν ἀγάπη, καὶ τὰ τῆς δικαιοσύνης αὐχήματα· καρπὸς δὲ ψευδὴς, ὁ τῆς δυσσεβείας νοοῖτ᾽ ἂν εἰκότως· καταίρει γὰρ πάντως εἰς τέλος τὸ ἀπευκτόν. ποῖος οὖν ὁ ψευδὴς ἄρα καρπὸς, ὁ ἐκ τῆς δυσσεβείας αὐτοῖς γεγενημένος, παρέδειξεν εὐθύς.
Μετάφραση
«επειδή ήλπισες στα άρματά σου, στο πλήθος της δυνάμεώς σου, και θα εγερθεί καταστροφή στον λαό σου, και όλα τα οχυρωμένα μέρη σου θα χαθούν.» Τους κατηγορεί πάλι, επειδή, εξαιτίας της ηδονής προς το κακό, επέλεξαν να εφησυχάζουν σε εκείνα για τα οποία ελάχιστα έπρεπε, και να σιωπούν εντελώς άβουλα για πράγματα που ήταν φυσικό να λυπούν υπέρμετρα τον Θεό. Διότι, λέει, ενώ έπρεπε να αποθούν με κάθε δύναμη την ασέβεια προς εμένα και να επιτιμούν όσους συμβουλεύουν τα αισχρά, και πράττοντάς το αυτό να βρίσκονται σε κάθε καλό, αυτοί σιώπησαν και αποδέχθηκαν τους τρόπους της πλάνης. Δεν υπήρχε ανάμεσά τους κάποιος που να αντισταθεί σε εκείνους που εισήγαγαν αυτές τις καινοτομίες, κανείς που να αντιτάξει τις επιταγές του νόμου και να υπενθυμίσει τα θεσπισμένα. Διότι έχει γραφτεί: «Δεν θα υπάρξουν για σένα άλλοι θεοί εκτός από εμένα» και πάλι: «Δεν θα φτιάξεις για τον εαυτό σου είδωλο». Αλλά ελάχιστος λόγος γινόταν από αυτούς για αυτά τα ζητήματα. Διότι σιώπησαν, τιμώντας την ασέβεια, δηλαδή την αποστασία. Επομένως, τρύγησαν λοιπόν τους καρπούς της αδικίας γι' αυτό, έφαγαν καρπό ψευδή, δηλαδή, η ελπίδα που είχαν αποδείχθηκε εύθραυστη και ανώφελη. Διότι αληθινός καρπός, που μπορεί να σώζει και να ωφελεί, είναι η αγάπη προς τον Θεό και τα καυχήματα της δικαιοσύνης. Ενώ ψευδής καρπός θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί αυτός της ασέβειας, διότι καταλήγει οπωσδήποτε σε ένα απευκταίο τέλος. Ποιος είναι λοιπόν ο ψευδής καρπός που προήλθε σε αυτούς από την ασέβεια, το κατέδειξε αμέσως.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες