Ὠφελεῖ δὴ οὖν ὁ Προφήτης ἡμᾶς, ἀνακεκραγώς τε καὶ λέγων “Ζητήσατε τὸν Κύριον, καὶ ἐν τῷ εὑρίσκειν αὐτὸν ”ἐπικαλέσασθε· ἡνίκα δ᾽ ἂν ἐγγίζῃ ὑμῖν, ἀπολιπέτω ὁ “ἀσεβὴς τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ καὶ ἀνὴρ ἄνομος τὰς βουλὰς ”αὐτοῦ καὶ ἐπιστραφήτω πρὸς Κύριον, καὶ ἐλεηθήσεται.” χρὴ γὰρ ἡμᾶς, εἰ περὶ πολλοῦ ποιούμεθα τὸ εἶναι μετὰ Θεοῦ, παντὶ σθένει παραιτεῖσθαι τὸ πλημμελεῖν, μεμνῆσθαί τε λέγοντος “Ἅγιοι ἔσεσθε, διότι ἐγὼ ἅγιός εἰμι.” <Καὶ οὐκ εἰσελεύσομαι εἰς πόλιν. ὀπίσω Κυρίου πορεύσομαι.> Ἐπιτρέχει τῶν ἁγίων Προφητῶν ἔσθ᾽ ὅτε τὸν νοῦν ἀκριβῶς τῶν ἐσομένων ἡ γνῶσις, ἐναστράπτοντος τὸ χρῆμα αὐτοῖς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. τοιγάρτοι καὶ μεταξὺ τῶν ἰδίων λόγων, ἤτοι τῶν ἄνωθεν καὶ παρὰ Θεοῦ, τάς τινων ἐσθ᾽ ὅτε προανακεκράγασι φωνὰς, ἢ μετανοούντων, ἢ εὐχαριστούντων, ἢ ἀνασκιρτώντων ἐφ᾽ οἷς ἂν αὐτοὺς εὐφραίνειν ἐπαγγέλληται Θεός. τοιουτονί τι παθόντα καὶ νῦν τὸν μακάριον εὑρήσομεν Ὠσηέ. ὁ μὲν γὰρ τῶν ὅλων Θεὸς ὑπισχνεῖτο τὴν ἡμερότητα, καὶ οὐκ εἰσάπαν ἔφασκεν ὁλοθρεύσειν τοὺς ἡμαρτηκότας, ὅτι τε εἴη Θεὸς, ἀγαθὸς δηλονότι, καὶ οὐκ ἄνθρωπος· οὐ γάρ τοι καθ᾽ ἡμᾶς ὁ ὑπὲρ πᾶσαν τὴν κτίσιν. οἱ δὲ ὥσπερ ἐπεγνωκότες τὰ οἰκεῖα πλημμελήματα, καὶ κατερυθριῶντες ἤδη πως ἐπὶ τῇ πλείστῃ τε καὶ ἀδοκήτῳ χαρίτι, καταλήξειν ἐπαγγέλλονται τῶν σφίσιν ἐξηυρημένων, δι᾽ ὧν καὶ προσκεκρούκασι.
Μετάφραση
Μας ωφελεί λοιπόν ο Προφήτης, ανακράζοντας και λέγοντας: «Ζητήστε τον Κύριο, και όταν τον βρείτε επικαλεστείτε τον. Όταν δε σας πλησιάσει, ας εγκαταλείψει ο ασεβής τους δρόμους του και ο άνομος άνδρας τις βουλές του, και ας επιστρέψει προς τον Κύριο, και θα ελεηθεί». Διότι πρέπει εμείς, αν θεωρούμε σπουδαίο το να είμαστε με τον Θεό, με κάθε δύναμη να αποφεύγουμε την αμαρτία, και να θυμόμαστε αυτόν που λέει: «Άγιοι θα είστε, διότι εγώ είμαι άγιος». <Και δεν θα εισέλθω σε πόλη. Πίσω από τον Κύριο θα πορευτώ.> Έρχεται μερικές φορές στον νου των αγίων Προφητών με ακρίβεια η γνώση των μελλοντικών γεγονότων, καθώς το Άγιο Πνεύμα τους φωτίζει. Γι' αυτό και ανάμεσα στα δικά τους λόγια, δηλαδή σε εκείνα που προέρχονται άνωθεν και από τον Θεό, κάποιες φορές αναφωνούν εκ των προτέρων τις φωνές κάποιων που είτε μετανοούν, είτε ευχαριστούν, είτε αγάλλονται για εκείνα με τα οποία ο Θεός υπόσχεται να τους ευφράνει. Κάτι τέτοιο θα βρούμε ότι βιώνει και τώρα ο μακάριος Ωσηέ. Διότι ο Θεός των όλων υποσχόταν την πραότητά του, και έλεγε ότι δεν θα εξολοθρεύσει εντελώς αυτούς που αμάρτησαν, επειδή είναι Θεός, δηλαδή αγαθός, και όχι άνθρωπος. Επειδή δεν είναι σαν κι εμάς Αυτός που βρίσκεται πάνω από όλη την κτίση. Εκείνοι δε, σαν να έχουν αποκτήσει επίγνωση των δικών τους αμαρτημάτων, και νιώθοντας πια ντροπή για την υπερβολική και απροσδόκητη χάρη, υπόσχονται ότι θα εγκαταλείψουν τις δικές τους επινοήσεις, μέσω των οποίων και έχουν προσκρούσει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες