ἐβασίλευον γὰρ οἱ ἐκ φυλῆς Ἰούδα κατὰ τὴν Ἱερουσαλὴμ, ὄντος ἔτι παντὸς τοῦ Ἰσραήλ. <Διότι νήπιος Ἰσραὴλ καὶ ἐγὼ ἠγάπησα αὐτὸν καὶ ἐξ Αἰγύπτου μετεκάλεσα τὰ τέκνα αὐτοῦ. καθὼς μετεκάλεσα αὐτοὺς, οὕτως ἀπῴχοντο ἐκ προσώπου μου.> Ἔοικεν ἡμῖν ἐν τούτοις ὁ λόγος ἀνθυποφορᾷ μάχεσθαι τῇ παρά τινων. νοείσθω γάρ τις ἐκεῖνο διενθυμούμενος, ἢ καὶ λέγων ἀναφανδόν Εἰ ἔμελλον ἀποπεσεῖσθαι, καὶ ἐκ προσώπου Θεοῦ γενέσθαι κατὰ καιροὺς οἱ ἐξ αἵματος Ἰσραὴλ, βδελυροί τε ἔσεσθαι καὶ ἀπηχθημένοι, τί καὶ ὅλως κέκληνται τὴν ἀρχήν; πρὸς ταῦτα Θεὸς, καὶ μάλα εἰκότως, ἐξηγεῖται τρόπον τινὰ, λέγων Νήπιος Ἰσραὴλ καὶ ἐγὼ ἠγάπησα αὐτὸν, καὶ ἐξ Αἰγύπτου μετεκάλεσα τὰ τέκνα αὐτοῦ. ἀνὴρ ἄπλαστος γέγονέ φησιν Ἰακὼβ, ὃς μετωνομάσθη Ἰσραήλ. ταύτῃτοι καὶ ἠγάπησα αὐτόν· ἔτι γὰρ ὄντων ἐν μήτρᾳ, “Τὸν Ἰακὼβ ”ἠγάπησα, φησί· τὸν δὲ Ἠσαῦ ἐμίσησα.” ἐπειδὴ τοίνυν ἠγάπηκα αὐτὸν, ταύτῃτοι καὶ ἐξειλόμην τῆς Αἰγυπτίων πλεονεξίας τὰ τέκνα αὐτοῦ. “Ποιῶ γὰρ ἔλεος εἰς χιλιάδας ”τοῖς ἀγαπῶσί με.” τί οὖν οἱ τετιμημένοι καὶ ἀπόλεκτοι διὰ τοὺς πατέρας, οἱ τῇ τῆς ἐλευθερίας τετιμημένοι χάριτι, καὶ δουλείας καὶ πόνων ἀπηλλαγμένοι; ἆρα τετιμήκασιν; ἆρα ταῖς εὐνοίαις κατευφραίνειν ἐσπούδασαν τὸν ὑπερασπίσαντα Θεόν; οὐδαμῶς, φησίν. ἀποδεδραμήκασι γὰρ τοῦ Δεσπότου, ἀπῴχοντο τοῦ τετιμηκότος, ὕβρισαν τὸν κεκληκότα. ἀπῴχοντο δὲ, τίνα τρόπον;
Μετάφραση
Διότι βασίλευαν αυτοί από τη φυλή του Ιούδα στην Ιερουσαλήμ, ενώ υπήρχε ακόμη ολόκληρος ο Ισραήλ. <Διότι νήπιο ήταν ο Ισραήλ και εγώ τον αγάπησα, και από την Αίγυπτο προσκάλεσα τα τέκνα του. Όπως τους προσκάλεσα, έτσι αυτοί απομακρύνθηκαν από το πρόσωπό μου.> Φαίνεται σε εμάς ότι σε αυτά ο λόγος αντιμετωπίζει μια πιθανή αντίρρηση από την πλευρά κάποιων. Ας σκεφτεί δηλαδή κανείς κάποιον να συλλογίζεται εκείνο ή και να λέγει φανερά: Αν επρόκειτο να εκπέσουν και να βρεθούν μακριά από το πρόσωπο του Θεού κατά καιρούς αυτοί που προέρχονται από το αίμα του Ισραήλ, και να γίνουν βδελυροί και μισητοί, γιατί τελικά κλήθηκαν εξ αρχής; Προς αυτά ο Θεός, και πολύ εύλογα, δίνει τρόπον τινά εξήγηση, λέγοντας: Νήπιο ήταν ο Ισραήλ και εγώ τον αγάπησα, και από την Αίγυπτο προσκάλεσα τα τέκνα του. Λέγει δηλαδή ότι ο Ιακώβ υπήρξε άνθρωπος άκακος, ο οποίος μετονομάστηκε σε Ισραήλ. Γι' αυτόν τον λόγο και τον αγάπησα· διότι ενώ βρίσκονταν ακόμη στη μήτρα, «τον Ιακώβ τον αγάπησα, λέγει, ενώ τον Ησαύ τον μίσησα». Επειδή λοιπόν τον αγάπησα, γι' αυτό και απάλλαξα από την πλεονεξία των Αιγυπτίων τα τέκνα του. «Διότι κάνω έλεος σε χιλιάδες για εκείνους που με αγαπούν». Τι έπραξαν λοιπόν οι τιμημένοι και εκλεκτοί εξαιτίας των πατέρων τους, αυτοί που τιμήθηκαν με τη χάρη της ελευθερίας και απαλλάχθηκαν από τη δουλεία και τους πόνους; Άραγε ανταπέδωσαν την τιμή; Άραγε φρόντισαν να ευφράνουν με την ευγνωμοσύνη τους τον Θεό που τους υπερασπίστηκε; Σε καμία περίπτωση, λέγει. Διότι απέδρασαν από τον Δεσπότη, απομακρύνθηκαν από αυτόν που τους τίμησε, προσέβαλαν αυτόν που τους κάλεσε. Με ποιον τρόπο όμως απομακρύνθηκαν;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες