Καὶ μή τις οἰέσθω τὸ φάναι τὸν Κύριον, ὡς ἀφ᾽ ἑαυτοῦ μὲν οὐδὲν, λαλεῖται δὲ παρὰ Πατρὸς, ἀδικεῖν αὐτὸν δύνασθαι κατά τι γοῦν ὅλως, ἢ κατὰ τὸν τῆς οὐσίας αὐτῆς, ἤγουν εἰς ἀξίας λόγον τῆς θεοπρεποῦς· ἀλλὰ πρῶτον μὲν ἐκεῖνο διενθυμείσθω τε πάλιν, καὶ λεγέτω ἐρομένοις ἡμῖν Ἆρα γὰρ πρέπειν οἰήσεταί τις τῷ γε ὅλως ὄντι τε καὶ νοουμένῳ κατὰ φύσιν Θεῷ τὸ τῆς προφητείας ὄνομά τε καὶ πρᾶγμα; καίτοι παστισοῦν οἶμαι καὶ τῶν λίαν εὐχερῶν ἀποφήσειεν ἂν, ἀπίθανον εἶναι λέγων ἀποκαλεῖσθαι προφήτην τὸν ἐν προφήταις λαλοῦντα Θεόν· αὐτὸς γὰρ ὁράσεις ἐπλήθυνε κατὰ τὸ γεγραμμένον, καὶ ἐν χερσὶ προφητῶν ὡμοιώθη. ἐπειδὴ τοίνυν τὸ τῆς δουλείας ὄνομα καὶ σχῆμα τῆς πρὸς ἡμᾶς ὁμοιότητος ἀναλαβὼν, καθ᾽ ἡμετέραν ὁμοίωσιν ἐκλήθη προφήτης, ἀναγκαίως αὐτῷ καὶ τὰ τῷ προφήτῃ πρέποντα περιτέθεικεν ὁ νόμος, τουτέστι, τὸ πυθέσθαι τι παρὰ τοῦ Πατρὸς, ἐντολήν τε εἰληφέναι τί εἴπῃ καὶ τί λαλήσῃ. πρὸς δέ γε τούτῳ κἀκεῖνο εἰπεῖν οἰήσομαι δεῖν· ἐν πολλῇ προλήψει γεγονότες Ἰουδαῖοι περὶ τὸν νόμον, λελαλῆσθαι παρὰ τοῦ Θεοῦ πιστεύοντες αὐτὸν, οὐκ ἂν παρεδέξαντο τοῦ Σωτῆρος τοὺς λόγους, εἰς πνευματικὴν λατρείαν μεταπλάττοντος τὰ πάλαι διωρισμένα.
Μετάφραση
Και ας μην νομίσει κανείς ότι η δήλωση του Κυρίου, ότι δεν λέει τίποτα από τον εαυτό του αλλά όσα του λέει ο Πατέρας, μπορεί να τον αδικήσει απολύτως σε κάτι, είτε ως προς την ίδια του την ουσία είτε ως προς τον λόγο της θεοπρεπούς του αξίας. Αντίθετα, ας αναλογιστεί πρώτα και πάλι εκείνο, και ας μας απαντήσει όταν τον ρωτάμε: Άραγε θα θεωρήσει κανείς ότι αρμόζει σε εκείνον που είναι απολύτως και νοείται ως Θεός κατά φύση το όνομα και το έργο της προφητείας; Και όμως, νομίζω πως οποιοσδήποτε, ακόμη και από τους πολύ επιπόλαιους, θα το αρνούνταν, λέγοντας ότι είναι απίθανο να αποκαλείται προφήτης ο Θεός που μιλάει μέσω των προφητών. Διότι αυτός πλήθυνε τις οράσεις, σύμφωνα με τα γραφόμενα, και δια χειρός των προφητών δόθηκαν παρομοιώσεις. Επειδή, λοιπόν, αναλαμβάνοντας το όνομα του δούλου και το σχήμα της ομοιότητας με εμάς, ονομάστηκε προφήτης κατά τη δική μας ομοίωση, αναγκαστικά ο νόμος του απέδωσε και τα όσα αρμόζουν σε έναν προφήτη, δηλαδή το να πληροφορείται κάτι από τον Πατέρα και να λαμβάνει εντολή για το τι να πει και τι να μιλήσει. Επιπλέον αυτών, νομίζω ότι πρέπει να ειπωθεί και το εξής: οι Ιουδαίοι, έχοντας μεγάλη προσκόλληση στον νόμο και πιστεύοντας ότι αυτός έχει δοθεί από τον Θεό, δεν θα αποδέχονταν τα λόγια του Σωτήρα, ο οποίος μετέτρεπε σε πνευματική λατρεία τις παλαιές διατάξεις.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες