τὸ δὲ ἐγγίζειν Θεῷ διαπαντὸς ὑπεμφήνειεν ἂν τὴν εἰς αὐτὸν γνησίαν τῆς διανοίας ἔφεσίν τε καὶ ῥοπὴν, καὶ τὸ μὴ προσκεῖσθαι φιλεῖν ἑτέροις τοῖς οὐκ οὖσι θεοῖς, ἢ τῇ κτίσει τυχὸν, ἤγουν ξύλοις τε καὶ λίθοις. ἐγγιεῖ δὲ Θεῷ καὶ πλησίον ἔσται κατὰ διάθεσιν, καὶ ὁ πράξεσιν ἀγαθαῖς ἐμπρέπειν εἰδὼς, καὶ ἀπαράφθορον ἐν ἑαυτῷ τηρήσας τὴν πίστιν. μεσολαβεῖ γὰρ πολλάκις ἡ ἁμαρτία, καὶ διίστησι Θεοῦ. κατὰ τὸν ἴσον δὲ τρόπον ἀποσοβεῖ πάλιν τῆς πρὸς αὐτὸν οἰκειότητος, δῆλον δὲ ὅτι πνευματικῆς, καὶ τὸ προσκεῖσθαι φωναῖς ἀνοσίων ψευδοδιδασκάλων. παραιτητέον δὴ οὖν τοῖς ἐθέλουσιν ἐγγὺς εἶναι Θεοῦ, τὰ δι᾽ ὧν ἂν γένοιντο μακράν. <Χαναὰν, ἐν χειρὶ αὐτοῦ ζυγὸς ἀδικίας, καταδυναστεύειν ἠγάπησε. καὶ εἶπεν Ἐφραΐμ Πλὴν πεπλούτηκα, εὕρηκα ἀναψυχὴν ἐμαυτῷ. πάντες οἱ πόνοι αὐτοῦ οὐχ εὑρεθήσονται αὐτῷ διὰ ἀδικίας ἃς ἥμαρτεν.> Ὅσον μὲν γὰρ ἧκεν εἴς γε τὸ δοκοῦν Θεῷ, τετήρηκεν ἂν ἔλεός τε καὶ κρῖμα καὶ τὸ ἐγγίζειν αὐτῷ διαπαντὸς ὁ Ἐφραΐμ. ἐπειδὴ δὲ φρενὸς ἀπώλισθεν ἀγαθῆς, καὶ δι᾽ οὐδενὸς πεποίηται λόγου τὰ οὕτω σεπτὰ καὶ τίμια, γέγονεν ἐν ἴσῳ τοῖς ἀλλογενέσι Χαναναίοις, ἄθεός τε καὶ δυσσεβὴς, καὶ ὅτι μάλιστα χαίρων ἐπὶ τοῖς τῆς φαυλότητος τρόποις, καὶ βαρβάρῳ γνώμῃ τῆς τῶν ἀλλοτρίων ἐπιθυμίας ἀχαλίνως ἡττώμενος.
Μετάφραση
Το να πλησιάζει δε κανείς διαρκώς τον Θεό υποδηλώνει τη γνήσια επιθυμία και ροπή της διάνοιας προς Αυτόν, και το να μην αγαπά να προσκολλάται σε άλλους, που δεν είναι θεοί, ή τυχόν στην κτίση, δηλαδή σε ξύλα και σε λίθους. Θα πλησιάσει δε τον Θεό και θα βρεθεί κοντά Του ως προς τη διάθεση και εκείνος που γνωρίζει να διαπρέπει με αγαθές πράξεις και έχει διατηρήσει μέσα του ακέραιη την πίστη. Διότι πολλές φορές μεσολαβεί η αμαρτία και απομακρύνει από τον Θεό. Με τον ίδιο δε τρόπο, αποδιώχνει πάλι από την οικειότητα προς Αυτόν, προφανώς την πνευματική, και η προσκόλληση σε φωνές ανόσιων ψευδοδιδασκάλων. Πρέπει λοιπόν να αποφεύγουν, όσοι θέλουν να είναι κοντά στον Θεό, εκείνα με τα οποία θα απομακρύνονταν. <Ο Χαναάν στο χέρι του έχει ζυγό αδικίας, αγάπησε την καταδυνάστευση. Και είπε ο Εφραίμ: Όμως πλούτισα, βρήκα ανακούφιση για τον εαυτό μου. Όλοι οι κόποι του δεν θα βρεθούν σε αυτόν εξαιτίας των αδικιών με τις οποίες αμάρτησε.> Διότι, σε ό,τι αφορούσε τουλάχιστον το θέλημα του Θεού, ο Εφραίμ θα είχε τηρήσει το έλεος και την κρίση και το να βρίσκεται διαρκώς κοντά Του. Επειδή όμως εξέπεσε από την αγαθή φρόνηση και δεν υπολόγισε καθόλου τα τόσο σεπτά και τίμια, έγινε ίσος με τους αλλογενείς Χαναναίους, άθεος και δυσσεβής, και μάλιστα χαιρόταν υπερβολικά με τους τρόπους της φαυλότητας, και με βάρβαρη γνώμη παραδινόταν αχαλίνωτα στην επιθυμία των ξένων αγαθών.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες