καὶ ὑπομενοῦμέν σε, ὅτι σὺ ”ἐποίησας ταῦτα πάντα.” κατανεύοντος γὰρ, ὡς ἔφην, τοῦ δημιουργοῦ, καὶ ἁπλοῦντος τὴν χεῖρα τοῖς ἐπὶ τῆς γῆς, ὑετοῦ μὲν ἔσται δοτὴρ ὁ οὐρανὸς, καρπῶν δὲ τῶν ἀναγκαίων μητὴρ ὁμοῦ καὶ τροφὸς ἡ γῆ. Ἐπακούσομαι τοίνυν φησὶ τῷ οὐρανῷ, ἀντὶ τοῦ, κατανεύσω καθεῖναι τοῖς ἐπὶ τῆς γῆς ὑετούς· οὗ δὴ γεγονότος, ἐπακούσεται καὶ αὐτὴ τὸν σῖτον καὶ τὸν οἶνον καὶ τὸ ἔλαιον, τουτέστιν, ἀμφιλαφῆ τοῖς οἰκοῦσιν αὐτὴν ἐκδώσει καρπὸν, οὐδενὸς ἐκλελοιπότος τῶν ὅσα ἐστὶν ἀναγκαῖα καὶ ζωαρκῆ.
Μετάφραση
Και θα ελπίζουμε σε εσένα, διότι εσύ «τα εποίησες όλα αυτά». Διότι, όταν συγκατανεύει, όπως είπα, ο Δημιουργός και απλώνει το χέρι Του σε όσους βρίσκονται πάνω στη γη, ο μεν ουρανός θα γίνει χορηγός βροχής, η δε γη ταυτόχρονα μητέρα και τροφός των αναγκαίων καρπών. «Θα εισακούσω λοιπόν», λέει, «τον ουρανό», αντί του: θα συγκατατεθώ στο να πέσουν βροχές πάνω στη γη. Και όταν βέβαια γίνει αυτό, θα εισακούσει και εκείνη τον σίτο και τον οίνο και το έλαιο, δηλαδή, θα αποδώσει άφθονο καρπό σε όσους την κατοικούν, χωρίς να λείπει τίποτα από όσα είναι αναγκαία και συντηρούν τη ζωή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες