Οὐ γὰρ μὴ κληρονομήσει ὁ υἱὸς τῆς παιδίσκης μετὰ τοῦ υἱοῦ τῆς ἐλευθέρας.〉 Ὁ Ἰουδαῖος ὡς χαρτοφύλαξ τὰς διαθήκας ἐφύλαξε καὶ ὁ Χριστιανὸς ὡς υἱὸς ἐκληρονόμησεν. Ἐκείνῳ ἐσφραγισμένον τὸ γράμμα ὁ νόμος ἔδωκε καὶ ἐμοὶ τὰ ἐγγεγραμμένα ἡ χάρις δεδώρηται. Ἐπειδὴ οὖν ὁ νυμφίος Χριστός, γυναῖκα ἔχων ποτὲ τὴν τῶν Ἰουδαίων συναγωγήν, ταύτην κληρονόμον ἐνεστήσατο καὶ εἰσήγαγεν αὐτὴν εἰς νομὰς τῆς κληρονομίας—μάρτυς ὁ προφήτης εἰπών· 〈Τῷ πατάξαντι βασιλεῖς μεγάλους καὶ ἀποκτείναντι βασιλεῖς κραταιοὺς καὶ δόντι τὴν γῆν αὐτῶν κληρονομίαν Ἰσραὴλ τῷ λαῷ αὐτοῦ〉—ἀλλὰ ἡ τάλαινα, λαβοῦσα παρὰ τοῦ νυμφίου τὰς νομὰς τῆς κληρονομίας, τῷ μοιχῷ ἐρίζοντι ἐπηκολούθει καὶ τὰ τοῦ νυμφίου τῷ δαίμονι προσέφερεν, αὐτὸς ὁ νυμφίος ὁ Χριστὸς διὰ τοῦ Ὠσηὲ λέγει· 〈Καὶ ἐγὼ δέδωκα αὐτῇ τὸν σῖτον καὶ τὸν οἶνον καὶ τὸ ἔλαιον, καὶ ἀργύριον καὶ χρυσίον ἐπλήθυνα αὐτῇ· αὕτη δὲ ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ ἐποίησε τῇ Βαάλ.〉 Ἐπεὶ οὖν τὰ τοῦ ἀνδρὸς τῷ μοιχῷ προσετίθη καὶ τῷ ἐραστῇ ἀκολουθοῦσα ἐφόνευσε τὸν ἄνδρα καὶ ὡς ἐν εἰκόνι τὸν Βαραββᾶν ἐκδικοῦσα ἐσταύρωσε τὸν νυμφίον, ἐνόμισε δὲ ἡ συναγωγὴ ὅτι τοῦ Χριστοῦ ἀποθανόντος αὕτη κληρονόμος ἔσται ὡς ἤδη τὰς νομὰς κρατοῦσα, καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι ὁ νυμφίος ἀποθνήσκων νέαν διαθήκην ἔγραψεν, ἐν ᾗ κληρονόμον ἐνεστήσατο τὴν ἐξ ἐθνῶν ἐκκλησίαν.
Μετάφραση
«Διότι δεν πρόκειται να κληρονομήσει ο γιος της δούλης μαζί με τον γιο της ελεύθερης». Ο Ιουδαίος, ως αρχειοφύλακας, φύλαξε τις διαθήκες και ο Χριστιανός, ως γιος, κληρονόμησε. Σε εκείνον ο νόμος έδωσε σφραγισμένο το γράμμα, ενώ σε εμένα η χάρη έχει δωρίσει τα όσα είναι γεγραμμένα μέσα. Επειδή, λοιπόν, ο νυμφίος Χριστός, έχοντας κάποτε ως γυναίκα τη συναγωγή των Ιουδαίων, την κατέστησε κληρονόμο και την εισήγαγε στις νομές της κληρονομιάς —μάρτυρας είναι ο προφήτης που λέει: «Σε Αυτόν που πάταξε βασιλιάδες μεγάλους και σκότωσε βασιλιάδες ισχυρούς και έδωσε τη γη τους ως κληρονομιά στον Ισραήλ, τον λαό του»— αλλά η άθλια, αφού έλαβε από τον νυμφίο τις νομές της κληρονομιάς, ακολούθησε τον μοιχό που ερίζει και πρόσφερε τα αγαθά του νυμφίου στον δαίμονα, ο ίδιος ο νυμφίος, ο Χριστός, λέει μέσω του Ωσηέ: «Και εγώ της έδωσα το σιτάρι και το κρασί και το λάδι, και πλήθυνα σε αυτήν το ασήμι και το χρυσάφι· αυτή όμως έφτιαξε ασημένια και χρυσά είδωλα για τον Βάαλ». Επειδή, λοιπόν, παρέδωσε τα αγαθά του συζύγου στον μοιχό και, ακολουθώντας τον εραστή, φόνευσε τον σύζυγο και, υπερασπιζόμενη τον Βαραββά σαν σε εικόνα, σταύρωσε τον νυμφίο, νόμισε η συναγωγή ότι, με τον θάνατο του Χριστού, αυτή θα γίνει κληρονόμος, εφόσον ήδη κατείχε τις νομές, και δεν γνώριζε ότι ο νυμφίος, πεθαίνοντας, έγραψε νέα διαθήκη, στην οποία κατέστησε κληρονόμο την Εκκλησία των εθνών.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες