καὶ τοῦτο ἦν ἄρα τὸ, “Τὴν δόξαν αὐτῶν εἰς ”ἀτιμίαν θήσομαι.” <Καὶ ἐκδικήσω ἐπ᾽ αὐτὸν τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ καὶ τὰ διαβούλια αὐτοῦ ἀνταποδώσω αὐτῷ.> Ὁδοὺς μὲν, ὡς ἔοικε, τὰς ὡς ἐν ἔργοις πορείας λέγει· διαβούλια δὲ αὖ, τὰ ἐκ λογισμῶν ἀτόπων πταίσματα. ἐπειδὴ τοίνυν, φησὶ, πεπόρευται μὲν οὐκ ὀρθῶς, τῆς εὐθείας ἐκνενευκὼς, καὶ ἁπάσης ὥσπερ ἀνοσιότητος ἐλάσας τρίβον, ἐβουλεύσατο δὲ τὰ πάντων αἴσχιστα τε καὶ ἐκτοπώτατα, τὸν μὲν τῶν ὅλων ἀτιμάσας Θεὸν, ἀποκλίνας δὲ καὶ αὐτὸς εἰς τὸ λατρεύειν εἰδώλοις, ἐκδικήσω ἐπ᾽ αὐτὸν, τουτέστι, τὴν τοῖς πλημμελήμασιν ἰσοστάθμως ἔχουσαν ἐποίσω δίκην ὅτι δὲ τοῖς ἀποφοιτῶσι τῆς εἰς Θεὸν ἀγάπης τὸ ἐν παντὶ γενέσθαι κακῷ πάντητε καὶ πάντως συμβήσεται, πῶς ἐστιν ἀμφιβαλεῖν; οὔτε γὰρ ὀρθήν τε καὶ ἀμώμητον διελάσει τρίβον, οὔτ᾽ ἂν σοφὰ βουλεύσαιτό ποτε, τὴν θείαν οὐκ ἔχων ἐπικουροῦσαν αὐτῷ σοφίαν τε καὶ δύναμιν. <Καὶ φάγονται, καὶ οὐ μὴ ἐμπλησθῶσιν· ἐπόρνευσαν καὶ οὐ μὴ κατευθυνθῶσιν.> Τετήρηκε πάλιν τοῖς ἐξ αἵματος Ἰσραὴλ τὸ κατάλειμμα. ὅτι γὰρ οὐκ εἰσάπαν οἰχήσεται τοῖς ἱερεῦσι τὸ χρῆμα, διατρανοῖ λέγων· ὅτι φάγονται μὲν, πλὴν οὐ μὴ ἐμπλησθῶσιν.
Μετάφραση
Και αυτό λοιπόν σήμαινε το: «Την δόξα τους θα την μετατρέψω σε ατιμία». <Και θα τιμωρήσω σε αυτόν τις οδούς του και θα του ανταποδώσω τις βουλές του.> Με τον όρο οδούς, όπως φαίνεται, εννοεί τις πορείες των πράξεών του. ενώ ως βουλές, τα σφάλματα που προέρχονται από άτοπους λογισμούς. Επειδή λοιπόν, λέει, δεν έχει πορευθεί ορθά, έχοντας παρεκκλίνει από την ευθεία οδό και έχοντας βαδίσει στο μονοπάτι κάθε ανοσιότητας, και σκέφτηκε τα πιο αισχρά και άτοπα από όλα, ατιμάζοντας μεν τον Θεό των όλων, και αποκλίνοντας και ο ίδιος στη λατρεία των ειδώλων, θα τον τιμωρήσω, δηλαδή θα επιφέρω τιμωρία ισοσταθμισμένη με τα παραπτώματά του. Και πώς είναι δυνατόν να αμφιβάλλει κανείς ότι σε όσους απομακρύνονται από την αγάπη προς τον Θεό θα συμβεί οπωσδήποτε και με κάθε τρόπο να βρεθούν σε κάθε είδους κακό; Διότι ούτε ορθή και άμεμπτη οδό πρόκειται να διανύσει, ούτε θα σκεφθεί ποτέ με σοφία, εφόσον δεν έχει την θεία σοφία και δύναμη να τον επικουρεί. <Και θα φάνε, και δεν πρόκειται να χορτάσουν. πόρνευσαν και δεν πρόκειται να κατευθυνθούν ορθά.> Διατήρησε και πάλι το υπόλειμμα για όσους κατάγονται εξ αίματος από τον Ισραήλ. Διότι το ότι δεν θα χαθεί εντελώς το πράγμα για τους ιερείς, το διασαφηνίζει λέγοντας: ότι θα φάνε μεν, πλην όμως δεν πρόκειται να χορτάσουν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες