Ἐκύκλωσαν Ἰουδαίους τὰ διαβούλια αὐτῶν, καὶ ἐπίγε τοῖς κατὰ Χριστόν. ἀπεκτόνασι μὲν γὰρ τοὺς προφήτας, ἀνεξικακοῦντος ἔτι Θεοῦ· ἐπειδὴ δὲ γεγόνασι καὶ κυριοκτόνοι, ἐκύκλωσεν αὐτοὺς τὰ διαβούλια αὐτῶν, καὶ πάσας αὐτῶν τὰς κακίας ἐμνήσθη ὁ τῶν ὅλων Θεός. <Ἐν ταῖς κακίαις αὐτῶν ηὔφραναν βασιλεῖς, καὶ ἐν τοῖς ψεύδεσιν αὐτῶν ἄρχοντας.> Ἔδει δὴ μᾶλλον ἀγαθουργοῦντας, φησὶ, καὶ ζῆν ἑλομένους ἐννόμως, ἐξημεροῦν ἐφ᾽ ἑαυτοῖς τὸν λυτρωτὴν, καὶ κατευφραίνειν τὸν σώζοντα, καὶ ἄμαχον ἔχοντα πρὸς τοῦτο ἰσχύν. οἱ δὲ τοῦτο μὲν οὐ δεδράκασι, ῥᾴθυμοι δὲ γεγονότες λίαν περὶ τὸ σφίσιν αὐτοῖς ἀναγκαῖον εἰς ζωὴν καὶ χρήσιμον εἰς εὐημερίαν, ἐν οὐδενὶ μὲν πεποίηντο λόγῳ τὸ προσκρούειν Θεῷ· συνυπεκρίνοντο δὲ τοῖς ἑαυτῶν βασιλεῦσι, καὶ τοῖς ἡγουμένοις, τῇ πρὸς πᾶν ὁτιοῦν τῶν ἐκείνοις δοκούντων συνδρομῇ κατευφραίνοντες, καὶ τὰ λυποῦντα Θεὸν εἰς ἡδονήν τε καὶ τέρψιν τοῖς πλανῶσι δωρούμενοι. αἰτιᾶται δὲ πάλιν, ὡς τῷ Ἱεροβοὰμ καὶ τοῖς ὑπ᾽ αὐτὸν ἄρχουσι συνδεδραμηκότας, καὶ ἀμελλητὶ κατανεύσαντας τὴν ἐπὶ ταῖς δαμάλεσι ταῖς χρυσαῖς ἐπινοοῦντι βεβήλωσιν, καὶ πρὸς ἑτέραν λατρείαν ἀνοσίως αὐτοὺς ἀποκομίζειν ἐθέλοντι.
Μετάφραση
Περικύκλωσαν τους Ιουδαίους τα διαβούλιά τους, και μάλιστα όσον αφορά τα κατά Χριστόν. Διότι σκότωσαν τους προφήτες, ενώ ο Θεός έδειχνε ακόμη μακροθυμία. Επειδή όμως έγιναν και κυριοκτόνοι, τους περικύκλωσαν τα διαβούλιά τους, και όλες τις κακίες τους τις θυμήθηκε ο Θεός των όλων. «Με τις κακίες τους εύφραναν βασιλιάδες, και με τα ψέματά τους άρχοντες». Έπρεπε, λέει, μάλλον πράττοντας το αγαθό και επιλέγοντας να ζουν σύμφωνα με τον νόμο, να καταπραΰνουν απέναντί τους τον Λυτρωτή, και να ευφραίνουν αυτόν που σώζει, ο οποίος έχει ακαταμάχητη δύναμη προς τούτο. Αυτοί όμως δεν έπραξαν αυτό, αλλά έχοντας γίνει πολύ ράθυμοι σε ό,τι τους ήταν αναγκαίο για τη ζωή και χρήσιμο για την ευημερία, δεν θεώρησαν καθόλου σημαντικό το ότι προσέκρουαν στον Θεό. Αντιθέτως, υποκρίνονταν μαζί με τους βασιλιάδες τους και τους ηγέτες τους, ευφραίνοντάς τους με το να συντρέχουν σε οτιδήποτε φαινόταν σωστό σε εκείνους, και προσφέροντας όσα λυπούν τον Θεό ως απόλαυση και τέρψη σε αυτούς που τους πλανάνε. Τους κατηγορεί δε πάλι, ότι συμπορεύθηκαν με τον Ιεροβοάμ και τους άρχοντές του, και συγκατένευσαν χωρίς αναβολή στη βεβήλωση που επινόησε με τις χρυσές δαμάλεις, και στην επιθυμία του να τους απομακρύνει ανόσια προς μια άλλη λατρεία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες