Τοιοῦτόν τι δεδράκασιν Ἰουδαῖοι πάλιν ἐπὶ Χριστῷ. καταψευδόμενοι γὰρ τῆς δόξης αὐτοῦ, καὶ κατὰ βραχὺ τοὺς ὄχλους ἐξέλκοντες τῆς εἰς αὐτὸν ἀγάπης οἱ γραμματεῖς τε καὶ Φαρισαῖοι, πεπορνεύκασι νοητῶς, ἀποστήσαντες αὐτοῦ τὴν ἀγελαίαν πληθύν. <Ἤρξαντο ἄρχοντες θυμοῦσθαι ἐξ οἴνου, ἐξέτεινε τὴν χεῖρα αὐτοῦ μετὰ λοιμῶν, διότι ἀνεκαύθησαν ὡς κλίβανον αἱ καρδίαι αὐτῶν.> Οἶνον, ὡς ἔοικεν, ἐνθάδε φησὶ τὸν ἐξ ἀμπέλου Σοδόμων, τὸν καταμεθύσκοντα καρδίας, καὶ ἐπιθολοῦντα τὸν νοῦν καὶ ἀχλύος αὐτὸν ἀναπιμπλάντα τῆς ὀλεθρίου καὶ βδελυρᾶς. δεδυσφορηκότων δὴ οὖν ἐνίων ἐπί τε τῇ τῶν δαμάλεων καινοτομίᾳ, καὶ μέν τοι τῶν ἑορτῶν, παρεθήγοντο πρὸς ὀργὰς τῶν ἀρχόντων τινές. ἵνα δὲ μὴ ὁρῷτο τῶν σεσιγηκότων, καὶ εὐφημεῖν οὐκ ἀνεχομένων ἡ σωφρονεστέρα πληθὺς, αὐτοὶ τοῖς ὄχλοις τὰς χεῖρας συνεκτείνοντες, ἐπεφώνουν καὶ ἔτι μειζόνως “Αὕτη ἡ ἡμέρα τοῦ βασιλέως,” καὶ τοὺς τῆς ἀνοσιότητος ἀπεδέχοντο τρόπους. ὠργίζοντο τοίνυν μεμεθυσμένοι, φησὶν, ἀνοσίᾳ μέθῃ, καὶ τοῖς μὴ συντρέχουσι τοῖς οὕτως αἰσχροῖς τοὺς ὀδόντας ἐπέτριζον, λοιμοῖς συνεκτείνοντες τὰς ἑαυτῶν χεῖρας. λοιμοὺς δέ φησι τοὺς ὄχλους. ἐπεκρότουν γάρ φησιν, ὡς ἔφην, καίτοι παιδαγωγεῖν εἰς εὐσέβειαν ὀφείλοντες, καὶ τὴν τοῦ συμφέροντος ἀνακαλύψαι τρίβον.
Μετάφραση
Κάτι τέτοιο έπραξαν πάλι οι Ιουδαίοι εναντίον του Χριστού. Διότι, συκοφαντώντας τη δόξα Του, και απομακρύνοντας σιγά-σιγά τα πλήθη από την αγάπη προς Αυτόν, οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι πόρνευσαν νοητώς, αποσπώντας από Αυτόν το πλήθος του λαού. <Οι άρχοντες άρχισαν να οργίζονται από τον οίνο, άπλωσε το χέρι του μαζί με διεφθαρμένους ανθρώπους, διότι οι καρδιές τους πυρώθηκαν σαν καμίνι.> Οίνο, όπως φαίνεται, ονομάζει εδώ αυτόν που προέρχεται από την άμπελο των Σοδόμων, αυτόν που μεθά τις καρδιές, θολώνει τον νου και τον γεμίζει με ολέθρια και βδελυρή καταχνιά. Επειδή, λοιπόν, κάποιοι δυσφορούσαν για την καινοτομία με τις δαμάλεις, αλλά και για τις εορτές, μερικοί από τους άρχοντες παροξύνονταν σε οργή. Για να μη γίνεται όμως φανερό το πιο συνετό πλήθος εκείνων που σιωπούσαν και δεν ανέχονταν να επευφημούν, οι ίδιοι άπλωναν τα χέρια τους μαζί με τους όχλους, αναφωνώντας μάλιστα ακόμη πιο δυνατά: «Αυτή είναι η ημέρα του βασιλέως», και αποδέχονταν τους τρόπους της αναισχυντίας. Οργίζονταν, λοιπόν, όντας μεθυσμένοι, λέγει, με ανόσια μέθη, και έτριζαν τα δόντια τους εναντίον εκείνων που δεν συμμετείχαν σε αυτές τις αισχρότητες, απλώνοντας τα χέρια τους μαζί με τους διεφθαρμένους. Και «διεφθαρμένους» ονομάζει τους όχλους. Διότι, όπως είπα, τους επικροτούσαν, μολονότι όφειλαν να τους διαπαιδαγωγούν στην ευσέβεια και να τους υποδεικνύουν την οδό του πνευματικού συμφέροντος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες