οὐ γὰρ ἦν ἐν αὐτοῖς ὁ προσκυνεῖν ἐθέλων ἐμὲ, καὶ τὸν τῶν ὅλων Θεὸν ἐκλιπαρεῖν ἀξιῶν, καὶ τῆς ἀληθοῦς θεογνωσίας ἔχων ἐφ᾽ ἑαυτῷ τὰ αὐχήματα. <Ἐφραῒμ ἐν τοῖς λαοῖς αὐτοῦ συνανεμίγνυτο· Ἐφραΐμ ἐγένετο ἐγκρυφίας οὐ μεταστρεφόμενος.> Καταψέγει λίαν τοὺς ἐκ φυλῆς Ἐφραῒμ τὴν βασιλίδα τιμὴν ἀνημμένους ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ ἐν τῇ Σαμαρείᾳ, ὡς οὐδὲν ἄμεινον τῶν ὑπὸ χεῖρα καὶ ἀγελαίων φρονεῖν εἰωθότας· ἀλλ᾽ εἰς ἅπαντα αὐτοῖς συνθέοντάς τε καὶ συναποφερομένους εὐκόλως, καίτοι δέον, ὡς ἡγουμένους, ποδηγεῖν εἰς τὸ ἀγαθὸν, καὶ ὑψηλοτέραις διασκέψεσι τὸ τελοῦν αὐτοῖς εἰς σωτηρίαν ὁρᾶν. ἀλλὰ τοῦτο μὲν οὐκ ἔδρων· συνανεφύροντο δὲ τοῖς ὄχλοις, μίαν οἱ πάντες καὶ ἴσην ἀῤῥωστοῦντες τὴν ἀβουλίαν, καὶ πρός γε τούτῳ τὸ ἔμμονον εἰς φαυλότητα, καὶ ἀμεταποίητον τῆς γνώμης οὐ μεθιεμένης παντελῶς ὧν ἂν ἕλοιτο δρᾶν, κἂν εἰ ὀλέθρου πρόξενα καὶ ἀπωλείας αὐτοῖς ὑπάρχει ταυτί.
Μετάφραση
Διότι δεν υπήρχε ανάμεσά τους κάποιος που να θέλει να με προσκυνήσει, και να θεωρεί σωστό να ικετεύσει τον Θεό των όλων, και ο οποίος να έχει ως καύχημά του την αληθινή θεογνωσία. «Ο Εφραίμ αναμιγνυόταν με τους λαούς του· ο Εφραίμ έγινε άρτος που ψήνεται στη στάχτη (εγκρυφίας) και δεν αναποδογυρίζεται». Κατακρίνει σφοδρά εκείνους από τη φυλή του Εφραίμ που είχαν αναλάβει το βασιλικό αξίωμα επί του Ισραήλ στη Σαμάρεια, διότι είχαν συνηθίσει να μη σκέπτονται καθόλου καλύτερα από τους υφισταμένους τους και το κοινό πλήθος· αντίθετα, σε όλα συμπορεύονταν και παρασύρονταν εύκολα μαζί τους, μολονότι όφειλαν, ως ηγέτες, να τους καθοδηγούν προς το αγαθό και με υψηλότερους συλλογισμούς να προβλέπουν ό,τι συντελεί στη σωτηρία τους. Αλλά αυτό δεν το έπρατταν· αναμιγνύονταν με τους όχλους, νοσώντας όλοι από την ίδια ακριβώς απερισκεψία, και επιπλέον από την επιμονή στη φαυλότητα και το αμετάβλητο της γνώμης, καθώς δεν εγκατέλειπαν με τίποτα εκείνα που επέλεγαν να πράξουν, έστω κι αν αυτά γίνονταν πρόξενα ολέθρου και απώλειας για αυτούς.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες