ὑμεῖς τοιγαροῦν, φησὶν, οἱ τὴν σκίαν ἀγαπῶντες ἔτι, παχύτερόν τε καὶ Ἰουδαϊκῶς διακείμενοι περὶ τούτων, ἀνάβητε πρὸς τὴν ἐν σκιαῖς καὶ τύποις πανήγυριν· ἐμοὶ δὲ οὐχ οὕτως ἑορτάζειν ἡδύ· πρὸς ταύτην οὐκ ἄνειμι τὴν ἑορτὴν, τὴν ἐν τύπῳ δηλονότι καὶ σχήματι· ἔχω γὰρ ἐν αὐτῇ τὸ τέρπον οὐδέν· περιμένω δὲ μᾶλλον τῆς ἀληθοῦς πανηγύρεως τὸν καιρὸν, ὃς οὔπω πεπλήρωται. τότε γὰρ τότε, φησὶ, τοῖς ἐμοῖς θιασώταις συνέσομαι χαίρων ἐν τῇ λαμπρότητι τῶν ἁγίων, τῇ τοῦ Πατρὸς δόξῃ, τὴν εἰς ἄκρον ἀπαστράπτων φαιδρότητα. ἑαυτοῦ δέ φησι, καὶ ὡς ἴδιον ἀποκαλεῖ τὸν καιρόν· αὐτοῦ γὰρ ἡ ἑορτὴ, αὐτὸς ὁ πανηγυριάρχης ἐστίν. αὐτῷ γὰρ αὐτὴν καὶ ὁ μακάριος Ἱερεμίας ἀνετίθει λέγων τοῖς κατημεληκόσι τῆς εἰς Θεὸν εὐσεβείας, καὶ ἐν τῷ μηδενὶ πεποιημένοις τὸ βούλεσθαι διαπρέπειν ἐν ἀγαθοῖς “Τί ποιή- ”σετε ἐν ἡμέρᾳ πανηγύρεως, καὶ ἐν ἡμέραις ἑορτῆς Κυρίου;” οἱ γὰρ ὅλως, φησὶ, τὸ ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς ἱδροῦν παραιτούμενοι, καὶ τὸ λαμπρὸν τῆς εἰς Θεὸν ἀγάπης ἄμφιον οὐκ ἔχοντες, τί ποιήσετε ἐν ἡμέρᾳ πανηγύρεως, πῶς εἰσελεύσεσθε πρὸς τὴν θείαν τε καὶ οὐράνιον ἑορτὴν, ἢ πῶς ἂν ὑμᾶς ὁ τοῦ δείπνου δεσπότης οὐκ ἂν εὐλόγως ἐξώσειε τοῦ φαιδροτάτου τῶν κεκλημένων χοροῦ λέγων “Ἑταῖρε, πῶς ”εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου;”
Μετάφραση
Εσείς, λοιπόν, λέει, που αγαπάτε ακόμη τη σκιά, και έχετε πιο χονδροειδή και ιουδαϊκή διάθεση γύρω από αυτά, ανεβείτε στην πανήγυρη των σκιών και των τύπων. Σε μένα όμως δεν είναι ευχάριστο να γιορτάζω με αυτόν τον τρόπο. Δεν θα ανέβω σε αυτή τη γιορτή, δηλαδή σε εκείνη που γίνεται με τύπο και σχήμα. Διότι δεν βρίσκω σε αυτήν τίποτα το ευχάριστο. Περιμένω μάλλον τον καιρό της αληθινής πανηγύρεως, ο οποίος δεν έχει ακόμη εκπληρωθεί. Τότε ακριβώς, λέει, θα είμαι μαζί με τους δικούς μου ακολούθους χαίροντας μέσα στη λαμπρότητα των αγίων, με τη δόξα του Πατέρα, ακτινοβολώντας υπέρτατη φαιδρότητα. Και ονομάζει τον καιρό δικό του, αποκλειστικά δικό του. Διότι δική του είναι η γιορτή, αυτός είναι ο πανηγυριάρχης. Σε αυτόν την αφιέρωνε και ο μακάριος Ιερεμίας λέγοντας προς όσους είχαν παραμελήσει την ευσέβεια προς τον Θεό, και θεωρούσαν ως μηδαμινό το να θέλουν να διαπρέπουν στα αγαθά έργα: «Τι θα κάνετε την ημέρα της πανηγύρεως και τις ημέρες της εορτής του Κυρίου;» Διότι εσείς που εντελώς, λέει, αποφεύγετε τον κόπο για την αρετή και δεν έχετε το λαμπρό ένδυμα της αγάπης προς τον Θεό, τι θα κάνετε την ημέρα της πανηγύρεως, πώς θα εισέλθετε στη θεία και ουράνια γιορτή, ή πώς ο δεσπότης του δείπνου δεν θα σας εκδιώξει δικαιολογημένα από τον λαμπρότατο χορό των προσκεκλημένων, λέγοντας: «Φίλε, πώς εισήλθες εδώ χωρίς να έχεις ένδυμα γάμου;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες