Θυμίαμα βδέλυγμά μοί ἐστιν. Ὁρᾷς ὅτι οὐ τῇ φύσει τῶν προσφερομένων ἔχαιρεν, ἀλλὰ τὴν γνώμην τῶν προσαγόντων ἐξήταζε; Διὰ δὴ τοῦτο τὸν μὲν καπνὸν καὶ τὴν κνίσσαν τὴν ἀπὸ τῆς θυσίας τοῦ Νῶε ὀσμὴν εὐωδίας ἐκάλεσε, τὸ δὲ θυμίαμα βδέλυγμα. Ὅπερ γὰρ ἔφην, οὐ τὴν οὐσίαν τῶν δώρων, ἀλλὰ τὴν διάθεσιν τῶν προσφερόντων ἐπιζητεῖ.
Μετάφραση
«Το θυμίαμα είναι για μένα βδέλυγμα». Βλέπεις ότι δεν ευφραινόταν από τη φύση των προσφερομένων, αλλά εξέταζε την πρόθεση εκείνων που τα προσέφεραν; Για τον λόγο ακριβώς αυτόν, τον μεν καπνό και την κνίσα από τη θυσία του Νώε τα ονόμασε οσμή ευωδίας, ενώ το θυμίαμα βδέλυγμα. Διότι, όπως ακριβώς ανέφερα, δεν επιζητεί την ουσία των δώρων, αλλά τη διάθεση εκείνων που τα προσφέρουν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες