Ἐμάκρυνα, φιλάνθρωπε, ηὐλίσθην ἐν ἐρήμῳ καὶ ἀπεκρύβην ἀπὸ σοῦ τοῦ γλυκέος δεσπότου· ὑπὸ τὴν νύκτα γεγονὼς τῆς τοῦ βίου μερίμνης πολλὰ ἐκεῖθεν δήγματα καὶ τραύματα ὑπέστην, πολλὰς πληγὰς ἐπανελθὼν φέρω ἐν τῇ ψυχῇ μου, καὶ κράζω ἐν ὀδύνῃ μου καὶ πόνῳ τῆς καρδίας· ἐλέησον, οἰκτείρησον ἐμὲ τὸν παραβάτην· ὦ ἰατρὲ φιλόψυχε καὶ φιλοικτίρμον μόνε, ὁ δωρεὰν τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τετραυματισμένους ἰώμενος, ἰάτρευσον μώλωπας, τραύματά μου· στάλαξόν σου τὸ ἔλαιον τῆς χάριτος, θεέ μου, καὶ τὰς πληγάς μου ἄλειψον, ἐξάλειψον τὰ ἕλκη· συνούλωσον καὶ σύσφιγξον τὰ παραλελυμένα μέλη μου καὶ ἀφάνισον τὰς οὐλὰς πάσας, σῶτερ, καὶ τέλεον ὑγίωσον ὅλον με ὡς τὸ πρώην, ὅτε οὐκ ἦν μοι μολυσμός, ὅτε οὐκ ἦν μοι μώλωψ οὐδὲ πληγὴ φλεγμαίνουσα, οὐ κηλίς, ὦ θεέ μου, ἀλλὰ γαλήνη καὶ χαρά, εἰρήνη καὶ πραότης ἁγία τε ταπείνωσις καὶ ἡ μακροθυμία, ὑπομονῆς ὁ φωτισμὸς καὶ τῶν καλλίστων ἔργων ὑπομονὴ καὶ δύναμις ἀήττητος εἰς ἅπαν· ἐξ οὗ πολλὴ παράκλησις δακρύων καθ’ ἑκάστην, ἐξ οὗ ἡ ἀγαλλίασις ἐν τῇ ἐμῇ καρδίᾳ ὥσπερ πηγὴ ἀνέβρυεν, ἔρρεεν ἀεννάως καὶ ῥεῖθρον ἦν μελισταγὲς εὐφροσύνης τε πόμα διηνεκῶς στρεφόμενον ἐν στόματι νοός μου· ὅθεν ὑγεία ἅπασα, ὅθεν ἡ καθαρότης, ὅθεν ἡ ῥύψις τῶν παθῶν καὶ λογισμῶν ματαίων, ὅθεν ἡ ἀστραπόμορφος ἀπάθεια συνῆν μοι καὶ συνεγίνετο ἀεὶ (πνευματικῶς μοι νόει ὁ ταῦτα διερχόμενος, μὴ μολυνθῇς ἀθλίως) ἄφατον ἐμποιοῦσά μοι ἡδονὴν συνουσίας καὶ γάμου πόθον ἄπειρον ἑνώσεως ἐνθέου· ἐξ ἧς κἀγὼ μεταλαβὼν ἀπαθὴς ἐγενόμην ἐκπυρωθεὶς τῇ ἡδονῇ, φλεχθεὶς αὐτῆς τῷ πόθῳ, καὶ τοῦ φωτὸς μετέσχηκα, ναί, καὶ φῶς ἐγενόμην, πάθους παντὸς ἀνώτερος, ἐκτὸς κακίας πάσης· οὐ γὰρ προσψαύει τῷ φωτὶ τῆς ἀπαθείας πάθος, ὡς οὐδ’ ἡλίῳ ἡ σκιὰ ἢ τῆς νυκτὸς τὸ σκότος.
Μετάφραση
Απομακρύνθηκα, Φιλάνθρωπε, κατασκήνωσα στην έρημο και κρύφτηκα από εσένα, τον γλυκύτατο Δεσπότη. Έχοντας βρεθεί υπό τη νύχτα της μέριμνας του βίου, υπέστην από εκεί πολλά δαγκώματα και τραύματα. Πολλές πληγές φέρω στην ψυχή μου τώρα που επέστρεψα, και κράζω μέσα στην οδύνη μου και τον πόνο της καρδιάς: ελέησον, οικτίρησον εμένα τον παραβάτη. Ω ιατρέ φιλόψυχε και μόνε φιλοικτίρμον, που θεραπεύεις δωρεάν τους ασθενείς και τους τραυματισμένους, ιάτρευσε τους μώλωπες και τα τραύματά μου. Στάλαξε το έλαιο της χάριτός σου, Θεέ μου, και άλειψε τις πληγές μου, εξάλειψε τα έλκη. Επούλωσε και σύσφιξε τα παραλυμένα μέλη μου και αφάνισε όλες τις ουλές, Σωτήρ, και θεράπευσέ με τέλεια και ολόκληρο όπως προηγουμένως, τότε που δεν είχα μολυσμό, τότε που δεν είχα μώλωπα ούτε πληγή φλεγμαίνουσα ούτε κηλίδα, ω Θεέ μου, αλλά γαλήνη και χαρά, ειρήνη και πραότητα, αγία ταπείνωση και μακροθυμία, τον φωτισμό της υπομονής και την καρτερία των καλλίστων έργων και δύναμη αήττητη σε όλα. Εξαιτίας αυτού υπήρχε πολλή παρηγοριά δακρύων καθημερινά, εξαιτίας αυτού η αγαλλίαση ανέβλυζε στην καρδιά μου σαν πηγή, έρρεε αενάως και ήταν ρεύμα μελισταγές και πόμα ευφροσύνης που γυρνούσε διαρκώς στο στόμα του νου μου. Από εκεί προερχόταν όλη η υγεία, από εκεί η καθαρότητα, από εκεί ο καθαρισμός των παθών και των μάταιων λογισμών, από εκεί η αστραπόμορφη απάθεια ήταν μαζί μου και με συντρόφευε πάντοτε (πνευματικά να τα νοείς εσύ που τα διαβάζεις, για να μην μολυνθείς άθλια), προξενώντας μου άφατη ηδονή συνένωσης και άπειρο πόθο γάμου για ένθεη ένωση. Από την οποία και εγώ, αφού μετέλαβα, έγινα απαθής, έχοντας πυρποληθεί από την ηδονή, έχοντας φλεγεί από τον πόθο της, και μετείχα του φωτός, ναι, και έγινα φως, ανώτερος από κάθε πάθος, απαλλαγμένος από κάθε κακία. Διότι το πάθος δεν αγγίζει το φως της απάθειας, όπως ούτε η σκιά ούτε το σκοτάδι της νύχτας αγγίζει τον ήλιο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες