Ἔτι γὰρ μικρὸν, καὶ παύσεται ἡ ὀργὴ, ὁ δὲ θυμός μου ἐπὶ τὴν βουλὴν αὐτῶν.> Ἐπειδὴ γὰρ ὁσίᾳ ψήφῳ καὶ τῇ αὐτῷ πρεπούσῃ κεχρημένος ἡμερότητι, σώζει μὲν τοὺς γνησίους, παραδίδωσι δὲ τοὺς λελυπηκότας αὐτὸν ὁ τῶν ὅλων Θεός· Μὴ φοβοῦ, φησὶν, ὁ λαός μου, οἱ κατοικοῦντες ἐν Σιὼν, ἀπὸ Ἀσσυρίων. Ἀφίκετο μὲν γὰρ ὁ Ῥαψάκης εἰς Ἱερουσαλὴμ, καὶ πεπολιόρκηκεν αὐτὴν, ἠπείλησε δὲ κατεμπρήσειν καὶ ὀλοθρεύσειν ἅπαντας.
Μετάφραση
«Διότι λίγο ακόμη, και θα παύσει η οργή, και ο θυμός μου θα στραφεί εναντίον της βουλής τους.» Διότι, εφόσον ο Θεός των όλων χρησιμοποιεί δίκαιη απόφαση και την πρέπουσα σε αυτόν ημερότητα, σώζει αφενός τους γνήσιους, παραδίδει αφετέρου εκείνους που τον έχουν λυπήσει. «Μη φοβάσαι,» λέει, «λαέ μου, εσείς που κατοικείτε στη Σιών, από τους Ασσυρίους.» Διότι έφτασε μεν ο Ραψάκης στην Ιερουσαλήμ και την πολιόρκησε, και απείλησε να την κατακάψει και να εξολοθρεύσει τους πάντες.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες