Ἐλθόντες οὖν οἱ τῆς ἐκείνου τιμωρίας δήμιοι καὶ τῆς ἡμετέρας ἑορτῆς αἴτιοι παρ’ αὐτῷ τῷ ζητουμένῳ κατέλυσαν, οὔτε γινώσκοντες οὔτε μὴν γινωσκόμενοι. Ἐν ἀπορρήτῳ δὲ τέως εἶχον τῆς ἐπιδημίας τὴν πρόφασιν, ἵνα πρότερον ἐκδιδαχθέντες παρὰ τῶν ἔξω τῆς πόλεως, τίς ὁ Φωκᾶς καὶ ὅπου διάγει, ἀθρόον ἐπιστάντες συλλάβωσιν, ὡς Ἰουδαῖοι ποτε ἐν τῷ κήπῳ μετὰ Ἰούδα τὸν Κύριον. Ἐλελήθεσαν δὲ εἴσω δικτύων τὴν θήραν ἔχοντες, οἱ κύνες τὸν ἀρνειόν, οἱ λύκοι τὸν ἀμνόν, καὶ συνανεπαύετο ταῖς παρδάλεσιν ὁ ἔριφος καὶ τοῖς λύκοις ὁ ἀρνὸς συνεβόσκετο καὶ οἱ λέοντες ἅμα τῷ μόσχῳ κοινὴν ἐποιοῦντο τὴν δίαιταν. Ἐπεὶ δέ, οἷα φιλεῖ γίνεσθαι, τράπεζα καὶ συνήθεια τὸ θαρρεῖν ἀλλήλοις παρέσχον, διεπυνθάνετο παρ’ αὐτῶν ὁ μάρτυς τίνες τε εἶεν καὶ τίνος χάριν τὴν αὐτοῦ πόλιν κατέλαβον.
Μετάφραση
Φτάνοντας, λοιπόν, οι δήμιοι της δικής του τιμωρίας, που έγιναν και οι αίτιοι της δικής μας εορτής, κατέλυσαν στο σπίτι του ίδιου του ανθρώπου που αναζητούσαν, χωρίς να τον γνωρίζουν ούτε να τους γνωρίζει. Κρατούσαν δε μέχρι τότε μυστική την αιτία της άφιξής τους, ώστε, αφού πρώτα πληροφορηθούν από τους ανθρώπους έξω από την πόλη ποιος είναι ο Φωκάς και πού διαμένει, να εμφανιστούν ξαφνικά και να τον συλλάβουν, όπως ακριβώς άλλοτε οι Ιουδαίοι στον κήπο μαζί με τον Ιούδα συνέλαβαν τον Κύριο. Δεν είχαν όμως αντιληφθεί ότι είχαν ήδη το θήραμα μέσα στα δίχτυα τους, τα σκυλιά το κριάρι, οι λύκοι τον αμνό. Και αναπαυόταν μαζί με τις λεοπαρδάλεις το ερίφιο, και το αρνί βοσκούσε μαζί με τους λύκους, και τα λιοντάρια μαζί με το μοσχάρι μοιράζονταν την ίδια στέγη. Όταν όμως, όπως συνηθίζεται να συμβαίνει, το κοινό τραπέζι και η συναναστροφή τούς έδωσαν οικειότητα μεταξύ τους, ο μάρτυρας άρχισε να τους ρωτά ποιοι είναι και για ποιο λόγο ήρθαν στην πόλη του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες