Διὰ σὲ καὶ τὴν σὴν θείαν ἀνδραγαθίαν πάντες μὲν αὐτὸν πατοῦσι, πάντες δὲ αὐτοῦ καταπαίζουσι. Σοῦ γὰρ πρώτου παίξαντος εἰς αὐτὸν, γέγονε λοιπὸν ἀρχὴ πλάσματος Κυρίου, πεποιημένου εἰς τὸ καταπαίζεσθαι. Καὶ σοῦ τοῦτον καταβαλόντος, γέγονε πᾶσι θαῦμα, ὥστε καὶ λέγειν· «Πῶς ἐξέπεσεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ὁ Ἑωσφόρος, ὁ πρωῒ ἀνατέλλων;» Καὶ σοῦ λαβόντος παρ᾽ αὐτοῦ τὸ καθ᾽ ἡμῶν χειρόγραφον, καὶ προσηλώσαντος αὐτὸ τῷ σταυρῷ, πάντες κατ᾽ αὐτοῦ κατακερτομοῦσι λέγοντες· «Πῶς ἀναπέπαυται ὁ ἀπαιτῶν; καὶ ἀναπέπαυται ὁ ἐπισπουδαστής; συνέτριψεν ὁ Θεὸς τὸν ζυγὸν τῶν ἁμαρτωλῶν. Λοιπὸν γὰρ ὑποκάτω αὐτοῦ στρώννυται σῆψις, καὶ τὸ κατακάλυμμα αὐτοῦ γίνεται σκώληξ,» καὶ πάντες οὐκέτι τὸν δράκοντα φοβοῦνται, ἀλλὰ σὲ, καὶ διὰ σοῦ τὸν Πατέρα προσκυνοῦσιν.
Μετάφραση
Εξαιτίας Σου και της θείας Σου ανδραγαθίας, όλοι τον καταπατούν και όλοι τον περιπαίζουν. Διότι, αφού Εσύ πρώτος τον ενέπαιξες, έγινε πλέον η αρχή του πλάσματος του Κυρίου, το οποίο έχει δημιουργηθεί για να εμπαίζεται. Και αφού Εσύ τον κατέβαλες, προκάλεσε σε όλους μεγάλη έκπληξη, ώστε να λένε: «Πώς εξέπεσε από τον ουρανό ο Εωσφόρος, αυτός που ανέτειλε το πρωί;» Και αφού Εσύ έλαβες από αυτόν το εναντίον μας χειρόγραφο και το προσήλωσες στον σταυρό, όλοι τον χλευάζουν λέγοντας: «Πώς έπαυσε ο απαιτητής; Και πώς έπαυσε ο καταπιεστής; Συνέτριψε ο Θεός τον ζυγό των αμαρτωλών. Διότι στο εξής από κάτω του στρώνεται σήψη, και το σκέπασμά του γίνεται σκουλήκια», και όλοι πλέον δεν φοβούνται τον δράκοντα, αλλά προσκυνούν Εσένα και δι' Εσού τον Πατέρα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες