Συνέτριψεν ὁ Θεὸς τὸν ζυγὸν τῶν ἁμαρτωλῶν, τὸν ζυγὸν τῶν ἀρχόντων· πατάξας ἔθνος θυμῷ, πληγῇ ἀνιάτῳ, παίων ἔθνος πληγῇ θυμοῦ, καὶ οὐκ ἐφείσατο, ἀνεπαύσατο πεποιθώς.> Εἰς τοῦτο σκληρότητος τοῖς Βαβυλωνίοις διελάσαι φησὶ τὰς ἐκ τοῦ πολέμου συμφορὰς, καὶ αὐτῷ δὲ τῷ Ναβουχοδονόσορ, ὡς κατοικτείρεσθαι παρ᾽ ἐχθρῶν, καὶ οὓς ἦν εἰκὸς οὐ φορητὰ πεπονθότας μονονουχὶ καὶ ἐπορχεῖσθαι κειμένῳ, τούτους ἐκ περιτροπῆς, καὶ ἐπαλγῆσαι λοιπὸν, καὶ τῷ πλήθει τῶν συμβεβηκότων αὐτοῖς εἰς οἶκτον ἐλθεῖν, ἤγουν καὶ ἑτέρως θρηνῆσαι πεσόντας, καὶ οὐχὶ δὴ πάντω, ἐποικτείροντας, ἐφηδομένους δὲ μᾶλλον, καὶ τοῖς παρ᾽ ἐλπίδα κατειλημμένοις ἐπιτωθάζοντας. Ἐξυφαίνει δὲ καὶ τὸν θρῆνον αὐτοῖς ᾆσμά τε δίδωσιν ἐοικὸς τοῖς συμβεβηκόσιν.
Μετάφραση
«Συνέτριψε ο Θεός τον ζυγό των αμαρτωλών, τον ζυγό των αρχόντων· πάταξε έθνος με θυμό, με πληγή ανίατη, χτυπώντας έθνος με πληγή θυμού, και δεν το λυπήθηκε, αναπαύθηκε έχοντας πεποίθηση». Λέει ότι οι συμφορές του πολέμου έφτασαν σε τέτοιο σημείο σκληρότητας για τους Βαβυλωνίους, καθώς και για τον ίδιο τον Ναβουχοδονόσορα, ώστε να προκαλούν τον οίκτο των εχθρών τους, και εκείνοι που ήταν φυσικό, έχοντας υποφέρει αφόρητα δεινά, σχεδόν να χορεύουν πάνω στον πεσμένο, αυτοί αντίθετα ένιωσαν πόνο πλέον, και από το πλήθος των όσων τους συνέβησαν έφτασαν να τους σπλαχνιστούν, ή μάλλον με άλλο τρόπο να θρηνήσουν εκείνους που έπεσαν, και όχι βέβαια πάντοτε από οίκτο, αλλά μάλλον χαιρέκακα, χλευάζοντας αυτούς που τους βρήκαν τα αναπάντεχα. Συνθέτει δε γι' αυτούς τον θρήνο και δίνει ένα άσμα που ταιριάζει σε όσα συνέβησαν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες