Ἐπειδὴ γὰρ ὡς ἀπὸ ξύλων τοῦ Λιβάνου γέγονεν ἡ φωνὴ, ταύτῃτοί φασι τὸ, Οὐκ ἀνέβη ὁ κόπτων ἡμᾶς. Μετὰ γάρ τοι τὴν ἐκ Βαβυλῶνος ἐπάνοδον τῶν ἐξ Ἰσραὴλ, οὐκέτι πρὸς αὐτοὺς ὁ ἐκ τῆς Ἀσσυρίων κεκίνηται πόλεμος. Ἐροῦμεν δὲ καὶ ἡμεῖς εἰκότως τῷ Σατανᾶ, οἱ πάλαι μὲν παρ᾽ ἐκείνου πεπορθημένοι, ἑδραῖον δὲ λοιπὸν ἐσχηκότες ἐν Χριστῷ τὸ φρόνημα, καὶ νοῦν εἰς εὐσέβειαν ἀσφαλῆ, καὶ ἐῤῥιζωμένον, καὶ καρδίαν εὐθαλεστάτην· Ἀφ᾽ οὗ σὺ κεκοίμησαι, οὐκ ἀνέβη ὁ κόπτων ἡμᾶς. <Ὁ ᾅδης κάτωθεν ἐπικράνθη συναντήσας σοι· συνηγέρθησάν σοι πάντες οἱ γίγαντες οἱ ἄρξαντες τῆς γῆς, οἱ ἐγείραντες ἐκ τῶν θρόνων αὐτῶν πάντας βασιλεῖς ἐθνῶν. Πάντες ἀποκριθήσονται, καὶ ἐροῦσί σοι· Καὶ σὺ ἑάλως ὥσπερ καὶ ἡμεῖς· ἐν ἡμῖν δὲ κατελογίσθης· κατέβη εἰς ᾅδου ἡ δόξα σου, ἡ πολλὴ εὐφροσύνη σου· ὑποκάτω σου στρώσουσι σῆψιν, καὶ τὸ κατακάλυμμά σου σκώληξ.> Ἔθος τῇ θεοπνεύστῳ Γραφῇ προσωποποιεῖν ἔσθ᾽ ὅτε, καὶ οἷον αὐτοῖς τοῖς πράγμασιν ἐφαρμόζειν φωνὰς, ὁποῖόν ἐστι τὸ, «Αἰσχύνθητι Σιδὼν, εἶπεν ἡ θάλασσα· ἡ δὲ ἰσχὺς τῆς θαλάσσης εἶπεν· Οὐκ ὤδινον, οὐδὲ ἔτεκον, οὐδὲ ἔθρεψα νεανίσκους, οὐδὲ ὕψωσα παρθένους.» Περιτίθησι μὲν γὰρ τὸν ἐπὶ τῷδε λόγον τῇ Τυρίων πόλει πεπορθημένῃ κατὰ καιροὺς παρὰ τῶν Βαβυλωνίων· φαμὲν δὲ πρέπειν τῇ τῶν πραγμάτων φύσει τὸν λόγον.
Μετάφραση
Επειδή λοιπόν η φωνή προήλθε σαν από τα ξύλα του Λιβάνου, για τον λόγο αυτό λένε: «Δεν ανέβηκε αυτός που μας κόβει». Διότι, μετά την επιστροφή των Ισραηλιτών από τη Βαβυλώνα, δεν κινήθηκε πλέον εναντίον τους πόλεμος από τους Ασσύριους. Και εμείς εύλογα θα πούμε στον Σατανά, εμείς που παλαιότερα είχαμε λεηλατηθεί από εκείνον, αλλά τώρα πλέον έχουμε αποκτήσει σταθερό το φρόνημα εν Χριστώ, και νου ασφαλή και ριζωμένο στην ευσέβεια, και καρδιά θαλερότατη: «Αφότου εσύ κοιμήθηκες, δεν ανέβηκε αυτός που μας κόβει». <Ο Άδης από κάτω πικράθηκε όταν σε συνάντησε· ξεσηκώθηκαν μαζί σου όλοι οι γίγαντες που εξουσίασαν τη γη, αυτοί που σήκωσαν από τους θρόνους τους όλους τους βασιλιάδες των εθνών. Όλοι θα αποκριθούν και θα σου πουν: Και εσύ αιχμαλωτίστηκες όπως και εμείς· και συγκαταλέχθηκες ανάμεσά μας· κατέβηκε στον Άδη η δόξα σου, η πολλή σου ευφροσύνη· από κάτω σου θα στρώσουν σήψη, και το σκέπασμά σου θα είναι σκουλήκι.> Είναι συνήθεια της θεόπνευστης Γραφής να προσωποποιεί μερικές φορές, και σαν να δίνει φωνή στα ίδια τα άψυχα πράγματα, όπως είναι το: «Ντρέψου, Σιδώνα, είπε η θάλασσα· και η δύναμη της θάλασσας είπε: Δεν ένιωσα ωδίνες τοκετού, ούτε γέννησα, ούτε έθρεψα νέους, ούτε μεγάλωσα παρθένους». Διότι αποδίδει τον σχετικό λόγο στην πόλη της Τύρου, η οποία λεηλατήθηκε κατά καιρούς από τους Βαβυλώνιους· και λέμε ότι ο λόγος αυτός ταιριάζει στη φύση των πραγμάτων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες