Ἐπικατάρατος δὲ πᾶς ἄνθρωπος, ὅστις ποιήσει γλυπτὸν ἢ χωνευτὸν, ἔργον χειρῶν τεχνίτου. Καὶ ἔκυψεν ἄνθρωπος καὶ ἐταπεινώθη ἀνήρ. Σχετλιαστικῶς ἡγοῦμαι ταῦτα εἰρῆσθαι, οὐ φέροντος τῶν ἀνθρώπων τὴν τῆς ἀξίας κατάπτωσιν. Ὑπέκυψε (φησὶ) τῷ εἰδώλῳ ὁ ἄνθρωπος εἰς προσκύνησιν, τῶν ἐπὶ γῆς ζώων τὸ τιμιώτατον, τὸ μετὰ Ἀγγέλους ἐν λογικοῖς τεταγμένον, ὁ τῇ εἰκόνι τοῦ Θεοῦ τετιμημένος, ὁ τῇ τοῦ λόγου δυνάμει τέχνας ἐξευρών. Τὰ ἐν τῇ γῇ ἐπιγνοὺς, φυτῶν καὶ ῥιζῶν καὶ καρπῶν δυνάμεις, θαλάσσης κατατολμήσας, ἀέρος φύσιν, ἀνέμων γένεσιν, ἀστέρων θέσιν, κινήσεις τούτων, ἀποστήματα, συνδρομάς· τὴν ἐπὶ γῆς διακόσμησιν, τὰς πόλεις, τοὺς νόμους, τὰς στρατηγίας, τῶν τεχνῶν τάς τε πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίας καὶ τὰς πρὸς καλλωπισμὸν καὶ ἐπίδειξιν, —οὗτος ὑπέπεσεν εἰδώλῳ, ὡς τῆς παρ᾽ αὐτοῦ δεόμενος σωτηρίας, ὁ ἔμψυχος τοῦ ἀψύχου, ὁ λογικὸς τοῦ ἀναισθήτου. Ὁ θηρία ὑπὸ χεῖρα λαβὼν, ᾧ πάντα ὑποτέτακται εἰς δουλείαν τὰ ἄλογα (διὰ τὸν ὑποτάξαντα ἡμῖν Θεὸν, ὃς ἐν τούτῳ ἔδωκεν ἡμῖν τὸ κατ᾽ εἰκόνα, ἐν τῷ κατακυριεύειν τῶν τε ἐνύδρων ὁμοῦ καὶ τῶν χερσαίων) οὗτος οὐχ ἑνὶ τῶν ἀλόγων τῶν ἐν ἰσχύϊ διαφερόντων, ἀλλὰ μιμήματι ζώου ἑνὸς τῶν ἀλόγων, ἤπου καὶ γυναικός τινος ἀσχήμονος, ἢ ἀνδρὸς αἰσχίστου, οὐδὲ παρεστάναι τολμᾷ ἀπὸ τοῦ ἴσου, ἀλλὰ φοβούμενος, καὶ εἰς τὴν γῆν κεκυφὼς, ἄξιος ὢν μηδὲ ἀνανεύειν πρὸς τὸν οὐρανὸν ...
Μετάφραση
Επικατάρατος είναι κάθε άνθρωπος, ο οποίος θα κατασκευάσει γλυπτό ή χωνευτό είδωλο, έργο των χεριών τεχνίτη. Και έσκυψε ο άνθρωπος και ταπεινώθηκε ο άνδρας. Θεωρώ ότι αυτά λέγονται με αγανάκτηση και οδύνη, μη μπορώντας να ανεχθεί κανείς αυτή την κατάπτωση της αξίας των ανθρώπων. Υπέκυψε, λέει, ο άνθρωπος στο είδωλο για να το προσκυνήσει, εκείνος που είναι το πιο τιμημένο από τα επίγεια όντα, εκείνος που έχει ταχθεί μετά τους Αγγέλους ανάμεσα στα λογικά όντα, που έχει τιμηθεί με την εικόνα του Θεού, που με τη δύναμη της λογικής ανακάλυψε τις τέχνες. Εκείνος που γνώρισε τα επίγεια, τις δυνάμεις των φυτών, των ριζών και των καρπών, που αψήφησε τους κινδύνους της θάλασσας, που κατανόησε τη φύση του αέρα, τη δημιουργία των ανέμων, τη θέση των αστέρων, τις κινήσεις τους, τις αποστάσεις και τις συζυγίες τους· εκείνος που συγκρότησε την τάξη πάνω στη γη, τις πόλεις, τους νόμους, τις στρατηγικές, καθώς και τις τέχνες, τόσο αυτές που είναι αναγκαίες για τη ζωή όσο και εκείνες που χρησιμεύουν για καλλωπισμό και επίδειξη — αυτός υπέκυψε σε ένα είδωλο, ωσάν να είχε ανάγκη τη σωτηρία από αυτό, ο έμψυχος στο άψυχο, ο λογικός στο αναίσθητο. Αυτός που έθεσε υπό την εξουσία του τα θηρία, στον οποίο υποτάχθηκαν ως δούλοι όλα τα άλογα ζώα (από τον Θεό που μας τα υπέταξε, ο Οποίος διά τούτου μας έδωσε το «κατ’ εικόνα», με το να κυριαρχούμε δηλαδή ομού και στα ένυδρα και στα χερσαία), αυτός λοιπόν, όχι μπροστά σε ένα από τα άλογα ζώα που ξεχωρίζουν σε δύναμη, αλλά μπροστά στο ομοίωμα ενός άλογου ζώου, ή ίσως και κάποιας άσχημης γυναίκας ή ενός αισχρότατου άνδρα, δεν τολμά ούτε καν να σταθεί ως ίσος, αλλά, όντας φοβισμένος και έχοντας σκύψει προς τη γη, καθίσταται άξιος ούτε καν να ανασηκώσει το βλέμμα του προς τον ουρανό...
Περισσότερα
Λεπτομέρειες