Εἶτα ὡς παρ᾽ αὐτῶν, Φυλάσσω τὸ πρωῒ, καὶ τὴν νύκτα. «Ἀλλ᾽ ἐὰν μὴ ὁ Κύριος φυλάξειε πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων.» Ἔδει γὰρ μᾶλλον ἐπικουρίαν ζητεῖν τὴν ἄνωθεν καὶ παρὰ Θεοῦ, καὶ οὐχὶ δὴ μᾶλλον ἐπιθαρσῆσαι λίθοις. Κατασεσεῖσθαι γὰρ οὕτω φασὶν τῶν παρ᾽ αὐτοῖς πόλεων τείχη, ὡς λίθον ἐπὶ λίθον οὐχ ὁρᾶσθαι κείμενον. <Ἐὰν ζητῇς, ζήτει, καὶ παρ᾽ ἐμοὶ οἴκει, ἐν τῷ δρυμῷ ἑσπέρας κοιμηθήσῃ.> Εἰ γὰρ δὴ βούλοιο, φησὶν, ἐπικουρίαν ζητεῖν, ζήτει ταύτην παρ᾽ ἐμοῦ τοῦ διασώζειν ἰσχύοντος, καὶ οἴκει παρ᾽ ἐμοὶ, τοῦτ᾽ ἔστιν, ἐμὸς ἔσο καὶ φρόνει τὰ ἐμὰ, τῆς τῶν ψευδωνύμων θεῶν λατρείας σαυτὸν ἀφιστάς. Τοιοῦτόν τί φησιν ὁ Σωτήρ· «Ὁ ἐμὲ ἀγαπῶν, ἐμοὶ ἀκολουθείτω, καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγὼ, ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔστω.»
Μετάφραση
Έπειτα, σαν να απαντούν οι ίδιοι: «Φυλάσσω το πρωί και τη νύχτα». «Αλλά εάν ο Κύριος δεν φυλάξει την πόλη, μάταια αγρύπνησε ο φύλακας». Διότι έπρεπε μάλλον να αναζητούν την άνωθεν βοήθεια από τον Θεό, παρά να δείχνουν εμπιστοσύνη στις πέτρες. Επειδή λένε ότι τα τείχη των πόλεών τους συγκλονίστηκαν τόσο πολύ, ώστε να μη βλέπει κανείς πέτρα να στέκεται πάνω σε πέτρα. «Εάν ζητάς, ζήτα, και κατοίκησε κοντά μου· στο δάσος το βράδυ θα κοιμηθείς». Εάν λοιπόν επιθυμείς, λέει, να ζητήσεις βοήθεια, ζήτα την από εμένα που έχω τη δύναμη να διασώζω, και κατοίκησε κοντά μου, δηλαδή, γίνε δικός μου και φρόνει τα δικά μου, απομακρύνοντας τον εαυτό σου από τη λατρεία των ψευδώνυμων θεών. Κάτι τέτοιο λέει και ο Σωτήρας: «Όποιος με αγαπά, ας με ακολουθεί, και όπου είμαι εγώ, εκεί ας είναι και ο δικός μου διάκονος».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες