Καὶ ἐποιήσατε ἑαυτοῖς ὕδωρ ἀνὰ μέσον τῶν δύο τειχῶν, ἐσώτερον τῆς κολυμβήθρας τῆς ἀρχαίας, καὶ οὐκ ἐνεβλέψατε εἰς τὸν ἀπαρχῆς ποιήσαντα αὐτὴν, καὶ τὸν κτίσαντα αὐτὴν οὐκ ἴδετε.> Καταιτιᾶται πάλιν τῶν Ἰουδαίων τοὺς δήμους ἤγουν τοὺς προεστηκότας καὶ ταῖς ἀνωτάτω τιμαῖς κατηγλαϊσμένους, ὡς ἡμαρτηκότας μὲν λογισμοῦ τοῦ σώφρονος, πεπραχότας δὲ ἀσυνέτως οὐχ ὅπερ ἦν εἰκὸς διασώζειν δύνασθαι κινδυνεύουσαν τὴν Ἱερουσαλὴμ, ἀλλ᾽ ὅσα τὴν ἐπισκήψασαν αὐτοῖς ὀργὴν ἀγριωτέραν ἐτίθει, καταθηγομένου τρόπον τινὰ καὶ ἔτι μειζόνως εἰς τὴν ἐπ᾽ αὐτοῖς ἀγανάκτησιν τοῦ πάντων κρατοῦντος Θεοῦ, ἅτε δὴ παρεωραμένου, καὶ οὐδενὸς μὲν ἐπ᾽ αὐτῷ πεποιθότος ἔτι· σπουδαῖς δὲ μᾶλλον καὶ ἀνθρωπίνοις ἐπιχειρήμασιν οἰομένων τῶν ἐξ Ἰσραὴλ κατευμεγεθήσειν δύνασθαι τῆς τῶν πολεμίων χειρός.
Μετάφραση
«Και συγκεντρώσατε για τους εαυτούς σας νερό ανάμεσα στα δύο τείχη, στο εσωτερικό της παλαιάς δεξαμενής, και δεν αποβλέψατε προς εκείνον που την έφτιαξε εξ αρχής, και δεν είδατε εκείνον που την έκτισε.» Κατηγορεί και πάλι τα πλήθη των Ιουδαίων, ή μάλλον τους άρχοντες και όσους είχαν περιβληθεί με τις ανώτατες τιμές, ότι αφενός μεν εξέπεσαν της σώφρονος λογικής, αφετέρου δε έπραξαν ασύνετα όχι ό,τι ήταν επόμενο να μπορεί να διασώσει την Ιερουσαλήμ που κινδύνευε, αλλά όσα έκαναν αγριότερη την οργή που τους βρήκε, καθώς ο Παντοκράτωρ Θεός παροξυνόταν κατά κάποιον τρόπο ακόμη περισσότερο σε αγανάκτηση εναντίον τους, εφόσον βεβαίως είχε παραμεληθεί και κανείς πλέον δεν είχε την πεποίθησή του σε Αυτόν. Απεναντίας, οι Ισραηλίτες θεωρούσαν ότι με τις δικές τους φροντίδες και τις ανθρώπινες προσπάθειες θα μπορούσαν να υπερισχύσουν του χεριού των εχθρών.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες