Ὥρα γὰρ αὐτοὺς καὶ περὶ τοῦ παντὸς τοιαῦτα διανοεῖσθαι· Πῶς δύναται ἡ κτίσις, μὴ οὖσά ποτε, γενέσθαι; ἢ πῶς δύναται χοῦς γῆς πλασθῆναι λογικὸς ἄνθρωπος; ἢ πῶς τὸ φθαρτὸν ἄφθαρτον γενέσθαι; ἢ πῶς ἡ γῆ ἐπὶ θαλασσῶν τεθεμελίωται, καὶ ἐπὶ ποταμῶν ἡτοίμασεν αὐτὴν ὁ Θεός; Καὶ λοιπὸν ἐπιλέγειν αὐτοὺς ἑαυτοῖς· «Φάγωμεν καὶ πίωμεν· αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν·» ἵνα δηλονότι, φθειρομένων αὐτῶν, συμφθαρῇ καὶ ἡ τῆς αἱρέσεως αὐτῶν μανία.
Μετάφραση
Διότι είναι καιρός πλέον να κάνουν τέτοιους συλλογισμούς και για το σύμπαν: Πώς είναι δυνατόν η κτίση, ενώ κάποτε δεν υπήρχε, να έλθει στην ύπαρξη; Ή πώς είναι δυνατόν το χώμα της γης να πλαστεί ως λογικός άνθρωπος; Ή πώς μπορεί το φθαρτό να γίνει άφθαρτο; Ή πώς έχει θεμελιωθεί η γη πάνω στις θάλασσες, και πώς την ετοίμασε ο Θεός πάνω στους ποταμούς; Και, τελικά, να καταλήγουν να λένε μεταξύ τους: «Ας φάμε και ας πιούμε, διότι αύριο πεθαίνουμε»· έτσι ώστε, προφανώς, όταν αυτοί φθαρούν, να φθαρεί μαζί τους και η μανία της αίρεσής τους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες