Ἀνὰ μέσον τῆς κρηπίδος καὶ τοῦ θυσιαστηρίου κλαύσονται οἱ ἱερεῖς οἱ λειτουργοῦντες Κυρίῳ, καὶ ἐροῦσι· Φεῖσαι, Κύριε, τοῦ λαοῦ σου, καὶ μὴ δῷς τὴν κληρονομίαν σου εἰς ὄνειδος τοῦ κατάρξαι αὐτῶν ἔθνη, ὅπως μὴ εἴπωσιν ἐν τοῖς ἔθνεσι, Ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς αὐτῶν;» Θεοῦ τοιγαροῦν κατ᾽ ἐκεῖνο καιροῦ κλαυθμὸν καλοῦντος καὶ κοπετὸν, καὶ ξύρησιν καὶ ζῶσιν σάκκων, εὐφροσύνας ἐποιοῦντο, καταθήγοντες ἐφ᾽ ἑαυτοῖς καὶ ἔτι μειζόνως εἰς ἀκάθεκτον ὀργὴν τὸν ἀπολέσαι τε καὶ διασῶσαι δυνάμενον. <Τάδε λέγει Κύριος Σαβαώθ· Πορεύου εἰς τὸν παστοφόριον πρὸς Σομνὰν τὸν ταμίαν, καὶ εἷπον αὐτῷ· Τί σὺ ὧδε, καὶ τί σοί ἐστιν ὧδε; ὅτι ἐλατόμησας σαυτῷ ὧδε μνημεῖον, καὶ ἐποίησας σαυτῷ ἐν ὑψηλῷ μνημεῖον, καὶ ἔγραψας σαυτῷ ἐν πέτρᾳ σκηνήν;
Μετάφραση
«Ανάμεσα στην κρηπίδα και το θυσιαστήριο θα κλάψουν οι ιερείς που λειτουργούν στον Κύριο, και θα πουν: Σπλαχνίσου, Κύριε, τον λαό σου, και μην παραδώσεις την κληρονομιά σου σε ονειδισμό, ώστε να την εξουσιάσουν τα έθνη, για να μην πουν ανάμεσα στα έθνη: Πού είναι ο Θεός τους;» Ενώ λοιπόν ο Θεός εκείνον τον καιρό καλούσε σε κλάμα και θρήνο, και σε ξύρισμα του κεφαλιού και ζώσιμο με σάκκους, αυτοί επιδίδονταν σε διασκεδάσεις, εξάπτοντας εναντίον τους ακόμη περισσότερο σε ακάθεκτη οργή Εκείνον που έχει τη δύναμη και να καταστρέψει και να διασώσει. <Αυτά λέει ο Κύριος Σαβαώθ: Πήγαινε στο παστοφόριο προς τον Σομνά τον ταμία, και πες του: Τι κάνεις εσύ εδώ, και τι δουλειά έχεις εδώ; Διότι λάξευσες για τον εαυτό σου εδώ μνημείο, και έφτιαξες για τον εαυτό σου μνημείο σε ψηλό μέρος, και χάραξες για τον εαυτό σου κατοικία σε πέτρα;>
Περισσότερα
Λεπτομέρειες