Ἐπειδὴ δὲ, ὡς ἔφην, ἐγνώκασι τὸν Θεὸν τὸν ἀληθινὸν, ἅγιον μὲν τῷ Κυρίῳ γέγονεν ὁ τῆς ἐμπορίας μισθὸς, ἐσθίουσι δὲ καὶ πίνουσιν εἰς μνημόσυνον ἔναντι Κυρίου, Θεῷ δηλονότι τὰ ἐφ᾽ οἷς ἂν εὖ πράττοιεν ἀνατιθέντες χαριστήρια. <Ἰδοὺ Κύριος καταφθείρει τὴν οἰκουμένην, καὶ ἐρημώσει αὐτὴν, καὶ ἀνακαλύψει τὸ πρόσωπον αὐτῆς, καὶ διασπερεῖ τοὺς οἰκοῦντας ἐν αὐτῇ.> Φθάσας ἔφην ὅτι πεπόρθηται μὲν ἡ Ἱερουσαλὴμ, συγκατεδῃώθησαν δὲ αὐτῇ καὶ αἱ λοιπαὶ τῆς Ἰουδαίας πόλεις. Τά γε μὴν κύκλῳ καὶ περίοικα τῶν ἐθνῶν ἐπεμειδίων κειμένῃ, καὶ μονονουχὶ κατασείοντες ἐπ᾽ αὐτῇ τὰς κεφαλὰς πλατὺ γελῶντες ἔφασκον, τῆς Ἀσσυρίων χειρὸς ἡττᾶσθαι Θεόν· καθάπερ ἀμέλει καὶ ὁ Ῥαψάκης Περσικῆς ἀλαζονείας ἀνάμεστος ὢν, τοῖς ἐν τῷ τείχει καθεζομένοις ἔφασκεν· »Μὴ ἀπατάτω ὑμᾶς Ἐζεχίας λέγων, ὅτι ῥύσεται ὁ Θεὸς τὴν Ἱερουσαλὴμ ἐκ χειρός μου.» Οὐκοῦν ἐπειδήπερ ὁμοῦ τοῖς ἐκ Βαβυλῶνος καὶ τὰ ἕτερα τῶν ἐθνῶν τὴν τοῦ Θεοῦ δόξαν κατακερτομοῦντες ἔφασκον, οὐ δεδυνῆσθαι σώζειν αὐτοὺς τὸν πάλαι προεστηκότα, ταύτῃ τοι καὶ σφόδρα εἰκότως καὶ τῶν πεπλημμελημένων καὶ τῆς εἰς τοῦτο δυσσεβοῦς ἀθυροστομίας πραττόμενοι δίκας, δέδονται καὶ αὐτοὶ τοῖς Βαβυλωνίοις εἰς ἐρήμωσιν.
Μετάφραση
Επειδή δε, όπως είπα, γνώρισαν τον αληθινό Θεό, ο μισθός της εμπορίας τους έγινε άγιος για τον Κύριο, και τρώνε και πίνουν ως μνημόσυνο ενώπιον του Κυρίου, προσφέροντας δηλαδή στον Θεό ευχαριστίες για όσα καλά έχουν πετύχει. <Ιδού, ο Κύριος καταστρέφει την οικουμένη, και θα την ερημώσει, και θα αποκαλύψει το πρόσωπό της, και θα διασκορπίσει τους κατοίκους της.> Προηγουμένως ανέφερα ότι η Ιερουσαλήμ κυριεύθηκε, και μαζί της καταστράφηκαν και οι υπόλοιπες πόλεις της Ιουδαίας. Τα γύρω και γειτονικά έθνη χαμογελούσαν ειρωνικά βλέποντάς την πεσμένη, και σχεδόν κουνώντας τα κεφάλια τους με πλατύ γέλιο έλεγαν ότι ο Θεός ηττήθηκε από τα χέρια των Ασσυρίων. Όπως ακριβώς και ο Ραψάκης, γεμάτος περσική αλαζονεία, έλεγε σε αυτούς που κάθονταν πάνω στο τείχος: «Ας μην σας εξαπατά ο Εζεκίας λέγοντας ότι ο Θεός θα γλιτώσει την Ιερουσαλήμ από τα χέρια μου». Επομένως, επειδή μαζί με τους Βαβυλώνιους και τα άλλα έθνη χλεύαζαν τη δόξα του Θεού λέγοντας ότι αυτός που παλαιότερα τους προστάτευε δεν μπόρεσε να τους σώσει, για τον λόγο αυτόν, πολύ δικαιολογημένα, τιμωρούμενοι για τα σφάλματά τους και για την ασεβή φλυαρία τους, παραδόθηκαν και αυτοί στους Βαβυλώνιους προς ερήμωση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες